(navigation image)
Home American Libraries | Canadian Libraries | Universal Library | Community Texts | Project Gutenberg | Children's Library | Biodiversity Heritage Library | Additional Collections
Search: Advanced Search
Anonymous User (login or join us)
Upload
See other formats

Full text of "E kithara [microform]"

ΜΑ8ΤΕΚ 
ΝΕΟ Α ΤΙΥΕ 

ΝΟ. 93-81380 




ΜίαΚΟΡΙΕΜΕΒ 1993 
ΟΟΙ,υΜΒΙΑ υΝΙΥΕΚδΙΤΥ ΠΒΚΑΚΙΕδ/ΝΕΨ ΥΟΚΚ 



αδ ραΓί οΓ Ιΐιβ 
'Τουηάαΐίοηδ οί λΥοδΐοΓη ΟίνίϋζΗΐίοη ΡιοδΟΓναΐίοη Ργο]οοϊ" 



Ρυικίοά \)γ Ιΐιο 
ΝΑΤΙ0ΝΑ1. ΕΝΒΟλνΜΕΝΤ ΡΟΚ ΤΗΕ ΗυΜΑΝΙΤΙΕδ 



ΚορΓοάυοΙίοηδ ιηαγ ηοΐ \)0 ιηαάο λνίΐΐιουΐ ρβηηίδδίοη Γγοπι 

ΟοΙιιιηΗα υηίνοΓδίΙγ ΕΛιαΓγ 



ΟΟΡΥΒΙΟΗΤ δΤΑΤΕΜΕΝΤ 



ΤΗθ οορνΓίοΗΐ Ι3νν οί Ιήθ ίΐηίΐβοί δίθΐβδ - ΤϊίΙθ 17, υηϊίθοί 
8ΐ3ΐθ8 0θ€ΐ6 - οοηοθΓηε Ιήβ ηΐ3ΐ(ίη9 οΥ ρΜοΙοοορίβε ογ 
οΙΐΊΘΓ ΓβρΓΟΟΙυοΙίοηε οΙ οοργΓίοΜΙθοΙ ιτίθίβηθί. 



υηοΙθΓ οθΐΐθίη οοηοΐίΐίοηβ ερθοίίίβοΙ ίη ΙΙιθ \β\ν, ΪΛνΒηβΒ Βπά 

3ΓθΙΐίνθ3 3Γ6 3υΐΗθηΖθϋ Ιο ίυΠΊΪδΙΐ 3 ρΙΐΟΐΟΟΟργ ΟΓ ΟΐΐΊΘΓ 

Γ6ρΓθ€ΐυοΙΐοη. Οηθ οί Ιΐΐθββ ερβοίϊίθοί ^οη^Iί1^οη8 ίβ ΙΙΊ31 ΙΙίθ 
ρήοΐοοοργ ΟΓ οΙΙΐθΓ ΓθρΓοοΙυοΙίοη ίβ ηοΐ Ιο Ι36 '*υ3θ(1 ΐοΓ 3ηγ 

ρυΓρΟβθ ΟΐΐΊΘΓ 11ΐ3η ρΓίν3ΐθ βΐυοίγ, 30ΐΊ0ΐ3Γ3ΐΐίρ, ΟΓ 
Γ6363Γ0ή.'* II 3 υ3ΘΓ Γη3ΐ(θ3 3 ΓθςυββΙ ΐΟΓ, ΟΓ Ι316Γ υβθβ, 3 

ρΗοΙοοοργ ΟΓ ΓθρΓοάυοΙίοη ϊογ ρυΓροββδ ίη θχοθββ οί "ΐ3ίΓ 
υδΘ," ίίΊ3ΐ υδθΓ Γη3γ ύβ \\βΙ)\β Ιογ οοργΓί9>ιΙ ίηίΓίη9θΓηΘηΙ. 

« 

ΤΙιίδ ίηβΐίΐυΐίοη ΓθββΓνβε ΙΗθ Γί9ΐιΙ Ιο Γθΐυεβ Ιο 300θρΙ 3 
οοργ ΟΓοΙθΓ ίΐ, ίη ίΐ8 |υϋ9βηΐ6ηΙ, ΙυΙϊίίΙηίθηΙ οί ΙΗθ ογοΙθγ 
ννουΐ€ΐ ίηνοΐνβ νίοΐ3ΐίοη οί ΙΚιβ οοργΓί9ΐιΙ \β\ν. 



Α υΤΗΟΚ: 



δΟυΤδΟδ, ΡΑΝΑΟΙΟΤΕδ 



ΤΙΤΙ.Ε: 



Η Ε ΚΙΤΗΑΒΑ 



ΡΙΛΟΕ: 



ΕΝ ΑΤΗΕΝΑΙδ 



Ο ΑΤΕ: 



1875 



Κε8ΐΓΪςΐίοη5 οη υβε: 



ΟΟίυΜΒΙΑ υΝΙΥΕΚδΙΤΥ ΟΒΚΑΚΙΕ5 
ΡΚΕδΕΚΥΑΤΙΟΝ ΟΕΡΑΚΤΜΕΝΤ 

ΒIΒΟ^^κΑ ΡΗI^ μϊγκπροκμ τακπρτ 



Οπβΐηβΐ Μβίθήβΐ 38 Ρί1ιηβ<1 - Εχΐδ1ΐη§ ΒΛϋοβΓβρΙύο ΚβςοΓά 






«■■•^ν^ν 



II- 



θ893ο8 






■ 1 | ΐ' ΐϋ ΐ 



τ^?^!^?&^• 



ι 






117 ρ. 18 οη. 



XI 



κ^ 



ΜβδΙβΓ ΝβββΙίνβ # 



ΡΙίΜ 5ΙΖΕ: 




η<^ 



ΤΕΟΗΝΙΟΑί ΜίαΚΟΡΟΚΜ ΟΑΤΑ 

ΚΕΟυαΤΙΟΝ ΚΑΤΙΟ:_Ζώ[1__. 



ΙΜΑΟΕ ΡΙΛΟΕΜΕΝΤ: ΙΑ (ί^ ΙΒ ΠΒ 

ΟΑΤΕ ΡΙίΜΕΟ: ^ΐΐβζ^'^ ΙΝΙΤΙΑίδ ^/α^Β^ 

^'Ϊ^ΕΟΒΥ: ί ^δΕΑΚΟΗΡΐΙΒΟΓΑΤΤΠΜς , ΤΝΟ VVΟηΓ)Β^Γηηρ7^τ" • 




Γ 




Α»8θ€ί8ΐίοη ΙοΓ ΙπΙοππαϋοη 8η€ΐ Ιιη89β Μαη89βπιβη« 

1100 ννθγηβ Ανβηυθ, 8υίίθ 1100 
8ίΙνθΓ 8ρηη9, ΜβΓγΙβηό 20910 

301/587-8202 




ΟθπίίηηβίΘΓ 

12 3 4 

ιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιηΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιι 



ΓΤΤ 



ΙποΗθβ 



(ψΜ* 



ΙΐΙΙΐΙ|ΙΙΐΙ|ΙΙ 
ι Μ ι 



7 8 9 10 η 12 13 14 15 πίγτί 

ιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙιιιιΙ 



τ 



^ 



ι 



1 



1.0 



1.1 



1.25 



τπ 



^ 



!&■ 2.8 

1^ 


2.5 


3 2 

■ ΒΟ 


2.2 
2.0 


Ιίϊϋΐί 


1.8 


1.4 


1.6 



Τ 




ΜΟΝυροετυΡΕΟ το ηιΐΜ δτοΝοοροδ 

ΒΥ ηΡΡΙ_ΙΕΟ ΙΜΟΟΕ, ΙΝΟ. 













'■", 






^Λ^^'?'"' ^■ 




'^' ■■ ^^^"^^ 














'-Ιι *-'^»ί»> 











;»ί .«"^., 



ί - «^ ^/.- — ιαΐ^^.' :^ι::ζ::ί:ίζ:^ν:ΐ"''^'-' 



νν-ί-ί-*•» 






-:^•«.-.^:ί.^^^^ 



•.^«.^ λ*ν - 



'.-ί.•^^ 



:^^> .»-. 









ΒΟΚΝ 1 864-01 £ Ο 1906 

ΡΒΟΡΕδβΟΒ ΟΡ ΟίΑ88ΙΟΑΙ. ΡΗΙίΟΙ-ΟΟΥ 

ΙΝ βΟΙ,υΜΒΙΑ υΝίνΕΗδίΤΥ 

80Η0ίΑΚ ΑυΤΗΟΚ ΤΕΑΟΗΕΒ 



Α8 Α ΜΕΜΟΒΙΑί ΟΡ ΗΙ8 ίίΡΕ ΑΝΟ ννΟΗΚ 

ΗΙ8 8τυ0ΕΝΤ8 ΑΝΟ ΡΗΙΕΝ08 ΟΑΥΕ 

ΗΙδ ίΙΒΚΑΗΥ 

ΤΟ ΗΙδ ΑΙ.ΜΑ ΜΑΤΕη 

Α. Ο. 1907 

Ιίλ£αϋς ο ο ΤΓονος μοί 
θίοΐσιν όουλαΐ' γίρ Ιγί,ιν• 



"ΙΙβϋ'ΐΙΙϊι, 






^ιϋί'ίι 
,1»• 






ψ 



~ • ΙΙΙΙι.. 



•Ι 1 



||ΐί1|ΪΙ. 



' !ι ιϋΗΐΙΐιιΐι 



,:«■ '''*' 



( 



μ. 
[« 






ψ\ 



■■Ι•• 



ψ^ 
















ίΡ- 



•ΐΒρί 






φ 










ϋ• ιΗΙΪΓ ΊΝΙΟ' ν 






^" ,ιΙΡ'^ 



Μβ|Ρ'|^||-.ΐιΙΙ«ι«||1 Ιΐϊι .ιΛί' 









«|^4|| ^ ^|#• 



ΑΦΙΕΡΟΤΤΑΙ 



ΤΩ ΚΓΡ1Ω 



ΜΑΡΚΩ ΡΕΝΙΕΡΗ 

ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 



•Θ-— 



Σεβαστέ Κύριε^ 

Δέχθητε ευμενώς την άφιέρωσιν ταύτην τήν έπ' 
άγαθης της γνώμης προσφερομένην ύμΓν 6πο νέων, 
οιτινες, καίτοι βιβλιοπώλαι των οδών, συναισθάνον- 
ται τήν ώφέλειαν των χρυσών λόγων του 'Ραψφδοΰ 
ους, λησμονηδέντας προ πολλού, φέρομεν ήμεΓς έχ 
νέου εις το φώς. 

Εντΐει^έστατοί 
Γ, Καμπαςιις Δημ. Θεοδοςιδδπς. 






\_ 



ΠΡΟΛ.ΟΓΟΣ 



Σιίμ€ρον χαι τα δ-σμωτήρια ήνοί/βησαν κα\ άπέδωκαν τους στρα- 
τηγούς της Ελλάδος εις την Ελλάδα, και τά λαιμοτομεΓα δεν πε- 
περιέρχονται το Ναύπλιον, την Χαλκίδα κα\ το Μεαολόγγιον μιαιο- 
φόνα και άποιτάζοντα αΓματος στρατιωτών άπο τάς τάξεις των κα- 




τών Ίίολιτών αρπάζονται παρά στρεψοδίκου και τυραννικής Οικονο- 
μίας. Αι βιαιότητες αύται κατηργτΙΟησαν, άφ'ου ή Κυβέρνησις εις 
Ινος χεΓρα; εμεινεν ή γαλη'νη διεδέ/θη την τρικυμίαν και λυκαυγές 




σημοι πρ(5χριτοι της Ελλάδος συνιστώσι το Συμβούλιον του Βασι- 
λέως κ 




"Οτε συνεγράφομεν τον "Ηλιον, έπροβάλομεν ώς Ι'ργον Ιπιστηρί- 
ξεως του θρόνου κα\ καθησυχάσεως του έθνους την περίθαλψιν χαΐ 
τον δργανισμον του Ελληνικού στρατού, την σύνθεσιν Συμβουλίου 
2κ των Ιπιστ}μων ανδρών της Ελλάδος, την σύστασιν δανειστικής 
τραπέζης, την άποζημίοίσιν τών ναυτικών ντ^σων και άλλων, την 
αΰξησιν καΐ τελειοποίησιν τών Εκπαιδευτικών καταστημάτων, την 
καθιέρωσιν τών Συνταγματικών άρχ^^) ''•*^ -νι λ(5γο>, οσα ώς δη- 



μ({σ(θΐ υπηρίται μδχ* αλλοιν Ιγράψαμεν ει? το Ιθνιχον &π<!μνημα της 
Γερουσία; προς τον Λεοπόλδον, ώς δημοσιογράφοι Ιπανείπομεν -προς 
το χοινόν. 01 "Ηρωες ομω; τοϋ πρώτου Υπουργείου, 'άλλέως διέτα- 
ξαν τ4 της Ελλάδος. ΕΙς τούτων, χα\ προ της Ιλεύαεως του βασι- 
λέως δις Ελλάδα, απέδειξε γράφων εις Μ(5ναχον άναγχαίαν την 
άΐΐοστολήν Βαβαριχών Ιπιχουρίων στρατευμάτων. *Άλλος δέ διέλυσκ 
τά Ελληνικά στρατεύματα, χα\ άφήκεν εις τάς δδούς γυμνούς χα\ 
λιμώττοντας τους τετραυματισμένους προμάχους της *Ελλάδος. Συ- 
νεστήθη το *ΓπουργεΓον Σπυρίδωνος Τριχούπου* εις τα ύπουργήματα 
συνέ^^ευσαν γραμματιχίδια η πλαστουργήματα* -ίι βιαία χατάλυσις 
των μοναστηρίων ΙσχεδιάσΟη χαΐ χάμμία φροντ\ς δεν ^γεινε περί των 
Ιθνιχών αυμφερ(ίντων. Έφάνη το του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου 
εις το όποΓον άλλο ή Ελλάς δίν είδε παρά διαπληχτισμον περ\ προ- 
σώπων, χαι το άντεΟνιχον μελέτημα τής Ιφ(5δου κχτά των λαών τοί* 
Οίτυλου χαι Γυθίου. Μετά το ύπουργεΓον τσΰ Μαυροκορδάτου ήλθε 
το τοΰ Κωλέττου, εις το όποΓον Ιξε^^άγη ή Ιπανάστασις της Μεσ- 
σηνίας, καΐ το οποΓον έδρεψε τους αθλίους καρπούς των προ αύτου 
υπουργείων. Εις αυτό, μετά την Ιπάνοδον μ($νον εις "Μόνα,γον του 
Μαουρέρου και Άβέλλου φαίνονται ίχνη τινά Ιθνικωτέρων βημάτων. 
"Εμελλε δε αληθώς τρία ^τη νά παρέλΟωσιν, Εως οδ ή βασιλική αρχή 
άφ Ιαυτής επιλάβ^ τή: όδοΰ, την οποίαν Ιτολμι|σαμεν ήμεΤς νλ 
ιχνογράψωμεν ε'ις τον "Ηλιον (Υδε Αριθ. 8.). 

Κάμμια Κυβέρνησις καταθλιπτική δίν διαρκεΤ εις τήν Ελλάδα* 
στρέψωμεν τά όμματα προο τά Ιρείπιά της* άλλα βλέπομεν 'Ρωμαϊ- 
κά, άλλα Βενετικά, χαι άλλα Τουρκικά. Που είναι στ^μερον οι χατα- 
χτητα\ τής Ελλάδος *ΡωμαΓοι, Βένετοι χα\ Τούρκοι ; Εις τήν *Ελ- 
λάδα υπάρχει δύναμίς τις ενδόμυχος κατατρώγουσα βραδέως τάς 
ζένας. Ή δύναμις αΰτη, ύπήρξεν ή κρυφία ζωή της καθ* ολην τήν 
διάρκειαν τή; δουλείας της. 'Η δύναμις αυτή, τήν άνέστησε προσφά- 
τως. 'ΙΙ δύναμις αυτή θέλει τήν άνχπτύξει, τήν αυξήσει χα\ τήν Ιπα- 
νβχαταστήσει σοφήν μητέρα των 2θνών. 

Το δραστηριότερον σήμερον μέσον τής προόδου της, ε*ναι ή αμοιβή 
των πρωτουργών τής αναγεννήσεως της. *ίΙ Ελληνική Ιπανάστασις 
υπόκειται βις χρέη, τά δποΓα, πρέπει ν' άποδοθώσιν, αν θέλωμεν 
τήν καθησύ^ζ^ασιν τής κοινωνίας. *Η ιδέα, οτι οι άγωνισθέντες υπέρ 
πατρίδος άπολαύουσι τιμάς και δόξαν ζώντες, πρέπει νά ^ιζωθί^ εΙς 
τήν κεφαλήν τής νέας γενεάς, άν επιΟυμώμεν νά Ιπιχειρήσωμεν εις 
το Ιξής χα\ γεννϊΐότερόν τι. *Η Ιρις τών Ισωτερικών φατριών πρέπει 
νά παύση, και ή Ελλάς νά μή καταχράται τών δυνάμεων της, σπα- 
ράττουαα έαυτήν, άλλα νά φανη σώμα ολοσχερές βαδίζον προς τά 
φώτα, και μελετώσα τήν επιχείρησιν άλλου τίνος ^ργου, παρ* «^,τι 
2^πραξ•. Μέχρι τίνος άναμασοΰμεν το χείμενον του Έλληνιχοΰ αγώ- 
νος ; ή πρόνοια τών Ιθνών ανοίγει ορίζοντα νέον εις ημάς. Ή συνβ- 
νωσις ε'ς εν τής Ελληνικής φυλής διεσκορπισμένης εις *Ελλάδα^ 
θεσσαλίαν, "Ηπειρον, Μαχεδονίαν, θράχην χαι μικράν Άσίαν ή τδ• 



λειοπο'ησίς της καΐ ό φοιτισμός της, ιδού το νέον κειμενον τής νέας 
γενεάς. 

Μή λησμονήσωμεν το παρελθόν* ένΟυμηθώμεν, οτι ή Ελληνική 
φυλή προ τής επαναστάσεως είχεν υποχειρίου; δύο ηγεμονίας πλου- 
σίας, τήν Βλαγίαν κα\ Μολ?)αυίαν χα\ ούτω έφορολόγει δύο εκατομ- 
μύρια λαών, οτι τήν χεΓρά της εΐχεν άνατεταμένην εις τά υψηλό- 
τερα συμφέροντα του 'ΟΟωμανιχου κράτους, και ^ίνοιγε πολέμους 
και ^κλειεν ειρήνας, οτι είχεν τεσσάρας Ακαδημίας εις Χίον, Βου- 
χουρέστιον, Κυδωνίας και Σμύρνην, και κατεΓχε το Ιμπόριον δλης 
τής Τουρκίας. Διά της Επαναστάσεως Ιστερήθη όλων τούτων και 
οκτακοσίων ϊτι χιλιάδων κατοίκιον φονευθέντων ή αποθανόντων εις 
Ελλάδα, Χίον, Κοήτην, Κύπρον, Σάμον, Σμύρνην κα\ Κωνσταντι- 
νούπολιν. "Οθεν, αν το Ι'ργον ημών μέχρι τούτου μένη, δ*ν βλέπω 
τί έκέρδησεν ή Ελληνική φυλή, άν όμως οι Ιν Ελλάδι "Ελληνες 
θβωρήσωσιν εαυτούς προμάχους τών λοιπών αδελφών των, άν συλ- 
λογισθώσιν, οτι μετ* αυτών συνδέοντοιι διά τής αυτής θρησκείας, διά 
τής αυτής γλώσσης κα\ διά του αύτου ιματισμού, άν κατά μέρος ά- 
φίνοντες δλεΟρίους νεωτερισμούς, προς αυτούς διηνεκώ; στρέφωσι το 
όμμα, τότε μέγα το κέρδος τής Ελληνικής επαναστάσεως, τότε 
μέγα τύ μέλλον τής Ελλάδος. *Γπ6 ταύτην τήν ^ποψιν Ιθεώρησαν 
άραγε τήν *Ελλάδα, οσοι Ιζήτησαν χαι εις τον ιματισμόν της νά φέ- 
ρωσι μεταβολάς, καΐ τήν γλώσσάν της παρημέλησαν, ε'σάγοντες ξέ- 
νας γλώσσας, χαι εις τήν θρησκείαν της χεΓρα Ιπέβαλον ; 

Τοιαύτα σχεδόν κείμενα ποιήσεως Ιξελεξάμην εις τήν «Κιθάραν» 
μου, χαι εις τοιαύτας ιδέας παριστρέφεται μέρος τών ποιήσεο'ίν μου. 

*Η πρώτη μου ποίησ:ς χατά τήν χρονολογίαν ε^ναι ή «Πατινάδα 
μου», γραφεΐσα, δτε μετά τήν Ιπανάστασιν τής Μεσσηνίας οι φυλα- 
χισμο\ ηϋξησαν" είνε δΐ ή πρό^^ησις τοΐϊ έθνιχοΰ μέλλοντος τής Ελ- 
λάδος. 

*Η «Εικοστή πέμπτη τοί3 Μαρτίου», ή «Ελλάς του αγώνος», οΐ 
«"Ελληνες του αγώνος•», ή "Ψωμοζητεία μου», αί «Σχιαι», όλα 
ταίίτα τά ποιημάτια ΙξυμνοΟσι τήν Έλληνικήν Ιπανάστασιν• Μέχρι 
τίνος δοκησίσοφα κα\όλιγόνοχ λογιωτατίδια, Ιλθόντα μετά τήν παυ- 
σιν του μεγάλου τούτου δράματος καταφρονοΰσι το μεγαλήτερον ^ρ- 
γον τών παρόντων χρόνων, κα\ σπουδαρ/,ίδαι θρασεΓς νομίζουσιν 
εαυτούς νομοθέτας, ονειρεύονται ύπουργεΓα, ^αδιουργουσι προς τήν 
Αρχήν κατά τών προμάχων τής Ελλάδος; 

Το μελέτημα τής καταργήσεως τών μοναστηρίων Ισχεδιάσχη ύπουρ- 
γουντος του Σπυρίδωνος Τρικούπου. Έ Ελλάς Ιχ τούτου και/ρημα- 
τικώς καΐ ήθιχώς ΕζημιώΟη. Στερούμενη καθ' έκάστην Ιπι τής πλειο- 
ψηφία^-; τών διδασκάλων της άποδημούντων εις τήν Τουρκίαν διά τήν 
πενίαν, έκέρδησεν γελοιότατον διάταγμα περιέχον επ'ι του χαρτιού 
ΆστεροσκοπεΓα, Βιβλιοθήχας, Πανεπιστήμια, Ακαδημίας, μέλλου- 
σας δόξας κα\ μέλλοντα ό'νειρα, το «Μοναστήριον» καΐ το «Μεθύσι» 
περί ταΰτα περιστρέφονται. 



ν 



^ Κν των πρώτων δυστυ/ημάτοιν τ3ι 5ποΓα Ιπίφερεν ΙπΊ της πλειο- 
νηφιας εις την Έλλάδαι ή ά::ο τά ύπουργτίματα* άπομάχρυνσις των 
ανθρώπων του αγώνος, των ανθρώπων τούτων της πείρας, ύπήρξεν 
η άνεοάρμοστος απόπειρα όλων των πολιτιχών θεωριών οι γρααμα- 
χισκοι ^γραψαν, αντέγραψαν, Ιπαντέγραψαν ολας τάς βίβλους, χαΐή 
κυβέρνησις συνέθεσεν εν χαι ήμισυ ^τος θέματα των σχολών. Τά δι- 
χαστήρια, αι δημογεροντεΓαι διελύΟησαν, χα\ ή Έ^λάς άοε'θη άνευ 
τούτων τών αρχών, μέχρις ου οι νομοθέται της άποτεινάξωσι την 
κονιν τών βιβλίων χαΐ ύποκλέφωσιν οργανισμούς. Οίτω κυβερνώνται 
τά έθνη; Έκτος του δηαοτιχου οργανισμού, ολα τά λοιπά σχέδια 
ίιζας δίν ηαβον εϊς την 'Κλλάδα, αδτος δΙ χρηζδΐ ίτι κα\ Ιπιθεωριί- 
σεως χαΐ τελειοποιτίσεως. Έ «1Μεταμ(ίρφωσίς μου» χα\ αι «'ΓψηλαΙ 

Εργασίαι μου» λέγουσι πλείονα τών όσων δύναμαι να ειπώ βις τον 
πεζον λ(5γον. 

, ** •Πδριβ(5ητος Δίκη μου• εΤναι ή σάτυρα τών αγνώστων κα\ ξένων 
8ΐς τά ώτα της Ελλάδος ν($μων κα\ λέξεων. Ί\ ποινική νομοθεσία 
είναι ^ σκληξά καΐ ανοίκειος εις ^Ονος γλυκύ και πραον ώς το τών 

Ελλήνων α: διαδικασίαι ημών πολυποίκιλαι κα\ δυσεόάρμοστοι καΐ 
αύτο έ'τι το σύστημα τών δρκωτώ« κριτών, καί τοι πολύτιμον, απέ- 
χει πολύ της τελειοποιήσεως ε'ς την οποίαν ο? *Άγγλοι το ^Φεραν. 

Εν γένει αί νομοΟεσίαι δέν είναι ίργον Ινος, άλλ' έργον κοινοβουλευ- 
τικών σωϋχάτων. αλλ* ^ονου η\%Μλλη'Λ ι-λΙΙΛο ΐίη-^ ',.....„ ο»...^.-... « 




οέρωμεν την δφειλομένην υπόληψιν προς αμφότερους, ευφυέστερους 
:ά τον Νέγρην άναφανέντας τών πολιτικών ανδρών του αγώνος* 



μετ 

αν κα\ λυποιμεΟα ενδομύχως, διότι δίν συνενώθησαν έπι της στε- 
ρεώσεως τών πραγμάτοιν, Ιπι της Βασιλικής Κυβερνήσεο)ς διά νά 
συμβουλεύσοισι τά συμφέροντα του "Εθνους εις Αρχήν ξένην και 
γνωρίζουσαν ολίγον τά της Ελλάδος. 

Μετά του Κωλέττου μάλιστα και συνεπράξαμεν εις δύο Ιποχάς, 
, Ιζ\ Καραίσκου χαι εις τά Μεγαρικά, καθ' όσον αί μικραι δυνάμεις 
του νοος ημών συνε/^ώρησαν και οσάκις 6 άγων ητον υπέρ κοινωφε- 
' λών πραγμάτων. Περί τά τέλη όμως, όταν άπί) άνθρωπον ΙχΟρον 
τών Ελλήνων και αύτοΰ Ιξαπατηθε'ις, ηθέλησε περί προσωπικών 
ν* άντιφερΟη κατ' άνδρος φίλου τών Ελλήνων και ημών, ένομίσαμεν 
δίκαιον νά μείνωμεν θεατα\ της τοιαύτης πάλης, κα\ καθώς φίλον 
άνδρα δέν ώθήσαμεν εις κρημνόν, Ιπίσης ούδΙ δψώσαμεν δολοφόνον 
ξΓφος κατ'Άρτ^ής φίλης και προς ημάς ευεργετικός, άλλα φίλοι τών 
φίλων ημών διεμείναμεν, κα\ οπαδοί τών αρχών ημών διατελουμεν. 

Ώς Παράρτημα της Κιθάρας ε*ναι ό προεκδοΟεις Νεκρικός Διάλο- 
γος* άπ' αύτον άφ?)ρέσβμεν πολλάς φράσεις πικράς κατά του Ιωάν- 
νου Καποδιστρίου, προς του δποίου το πάθημα οίκτος ενδόμυχος φι- 
λανθρωποτέρους καθίστα τους "Ελληνας. 



Ι) 



^» ^ ■» «•'•-»'"' &£-(ΐ«ΐΜ,, «^ςι^ γζ,^Λ'. »υ«ς 6*1 φρυνουντα^ προς το 

μίσος τών Γοτθικών τίτλων και ευγενειών γέννημα ούτοι τών ευ- 
ρωπαϊκών φυλών, στηρίζονται εις μωράν ανισότητα, κα\ φέρουσι 
πικρον χαρπον τήν |^ίζωσιν ολιγαρχίας* πλην το ποιημάτιον τούτο 

«,/^^' ^Ρθ<ϊωπικόν τι, αλλ* ε*ναι παραίνεσις μάλλον σοβαρά. 

Π ■ϋνύξ», άλλο ποιημάτιον, ζωπυρεΓ τήν άγάπην τών Ελλήνων 
7ϊ?Ός το ^ίοινοβουλευτικδν σύστημα, προς το δποΓον βαδίζομεν διά της 
συστάσεως τών δημοτικών, επαρχιακών και νομαρχιακών συμβου- 
λίων, και διά του οργανισμού του συμβουλίου του κράτους. 

Ο «θάνατος της», και ή «θάλασσα της Αττικής», περιέχουσι 
απομίμήαεις τινάς του Δελαμαρτίνου. Το «Φαγοπότι μου», ε*ιναι ή 
σατυρα τών υπαλλήλων εκείνων, όσοι παραμελοΰσι τά χρέη των. 
Περ: το τέλος δε καθάπτεται Ιφόρων τινών, πλουτισάντων άπδ χλο- 
πάς χαι οικοδομούντων κα\ στιβαζόντων δίστηλα. 



«^ι«*ι, ΛΛβ,(*νυ^«« ΐΜ»υροχοροατου, π«Αυς ητον ο οιαπληκτισμος αυτού 
προς τον Κωλέττην, εις αύτο λέγω το ποιημάτιον τολμώ νά Ικφωνήσω 

*Αφες τον Μαυροκορδάτον τον Κωλέττην σ' ενά μέρος, 



ΕΠΙΦΩΝΗΣΙΣ 



Χαίρετε ήμέραι περιφανείς του Οπερ της αναγεννήσεως της 'Ελλά- 




Χαίρετε ήμέραι δόξης, ζώσαι εις τήν μνήμην μυυ ^τι, κα\ δι' αιωνίαν 
ζωήν προωρισμέναι ! 

Σας, άπο τής βρεφικής μου ηλικίας οΊνειρευόμην, καί τοι, 2ν τη 
μητροπόλει τών τυράννοιν, τυραννίσκων κλάδος εγώ βλαστήσας ! ΣεΓς, 
οτε παιδίον ύπδ τά ευώδη δάση τής ανθοστόλιστου Χίου τον άνθρω- 
πον και τήν φύσιν έδιδασκόμην, σεΓς ώ; όνειρα χρυσοπτέρυγα Ιτέρ- 
πετε το λυκαυγές του βίου μου. 




γος τοϊ3 ενθουσιασμού το κατασαλεΰσαν καΙ τήν καρδίαν μου κα'ι τον 



χ^ΧΛ''^'?"^°'^'''» οίε ε1; την χρωτεύουααν το3 φωτιαμοϋ χα\ 
της ΐαλλιας ηχούσα κατά πρώτον την οωνήν τοΟ Μον^νειρος Ύόη- 
λαντον οε.χνύοντος την χλα^χύδα της ^Ελλάδος χαθημαγ^ένην χαΐ 
ίπιχαλουμένου την εχοίχηαιν των τίχνωντης' Ινθυμοϋμαι τλν τ^ρφι- 
χαροιον Ιχε.νην εχτασιν, ί^τις χα\ τάς αίσθ,;σεις μου ανέτρεπε, χα\ 
περί το μεσονυχτιον, πολλάχις έχτί>ς Ιμαυτοϋ χαΐ άνάρπαατον αέ 
ιτεριεκ:νει εις τ»; Ιρτίμους αγυιάς των Παρισίων. "Οκουσα αετ' ολί- 
γον χαΐ την χ«ταστροφην οΤχου, χα\ την σφαγήν συγγενών* χα\ τον 
θάνατον άδελφου' άλλ' ώ θεέ ! την νεΓρά σου ίδλ($γηαα τήν αημάνα' 
σαν την ωραν τής αναστάσεως της Ελλάδος. "^ 

Κα\ δστερον ο"τε χατέβην μαθητής εϊς Ίταλίαν διψών βωνής *Ελ- 
ληνιχής χαΙτάωΓά μου πρδς την Ελλάδα τείνων !... ποία σιγή 
θάμβους ανα πασαν την Ε&ρώπην, των μίν λαών Ιγχαθημένων ε'ις 
«εαμα χαι αρχήθεν επιθυμούμενον κα\ σιωπή ε^χοαένων τήν άνά- 
στασιν της Ελλάδος" τών δέ βασιλέων 6ποβλεπ6ντων τον παγετώδη 
βραχίονα του Αρκτώου γίγαντος ώς ύποχινουντα τά της Ελλάδος* 
ΚαΙ μεταξύ τούτων ήχούσθη φωνή Ελλάδος ζητούσης παρά δ(5ξαν 
τοϋ κόσμου πιΛιτειαν αύτονομον καΐ ί^,θει άρχαίω Έλληνικώ διεδ- 
ίυΟμισμένην τ(5τε δη τιίτε κα\ ^,ίτορες κα\ ποιηται και συγ'γραφεϊς 
καΐ φιλόσοφοι στέφανον προστίρμοζον ποικίλον πρδς τήν κεβαλήν τϊίς 
^ατριοος μου κα'ι ήχώ μίαν ίχυνεν ή Ε&ρώπη Ικπεπληγμένη πρ^ς 
την αρετην καΐ το αξίωμα τής Ελλάδος. ^ ^ ^ 

Μήν δλίγα κατορθώματα Ιπράξαμεν ήμεΓς ; Ενταύθα σκάφη εδτε- 
^"Ί κατεναυμανησαν τριτίοείί ύόιπούΐΑνου^• ΙνίΓΙ^λ. ΑίΛ^Ί^/^Ε-^ζ 



7η •■*» •Υί'''^"^» "-Ί^ «σιας χαι τη; 1 ουρχικης Γ.υρώπης, κβι άν- 
τέθεσεν Ιπιμονον τήν χαρτ=ρίαν. Άλλ' αΤμα πολίτου Ιμόλυνε τάχα 
τήν ϋλληνιχην Επαναστασιν χαθ* όλον τον αγώνα, κα\ μεταξύ το- 
^'^'*\^^ΐ\^''^ΡΧ^Λζ τ^λ\ τοσούτων τών διαφωνιών, και οί πρόκριτοι 
της Κλλαοος κύριοι τής ^Ελληνικής γής γενόμενοι, διφπασαν ίσως 
αΟτην η οιατηρτίσαντες ταύτην ώς κόρην οφθαλμού, αύτοι μίν άπέ- 
θανον και θνι^σκουσι πένητες, τήν δ' Ελλάδα παρέσχον πλουσίαν 

Ααφετε ήμέραι περιφανεΓς τοϋ Ελληνικού αγώνος ! εις μάτην εύ- 
χονται την ληΟην σου, όσοι τών καρπών σου ορέγονται και ώ' λ'- 
θους παλαιούς κ*\ άχρτίστους άπο^^ίπτουσι Ιν τη γωνία τοος π'ροτ- 
αγωνισταςσου. Χαίρετε ήμέραι περιφανείς του Ελληνικού αγώνος! 
-εις την νεότητα μου Ιτέρψατε, ΣεΓς ^σεσΟε καΐ ή παραμυθία του 
γήρατος μου, κα\ πρεσβύτης παρά τήν έστίαν του αγροτικού Ο'κου 






Ι: 



Ι" 



Η ΚΙΘΑΡΑ 



^11 πρώτη Ι'κδοσις τής Κιθάρας έγένετο ύπο του συγγραφέως τώ 1835. 



Ί=^. 



Ο 



• ι • 



»4 "•" . 



π. ΣΟΤΤΣΟΤ 

Η ΚΙΘΑΡΑ 



ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΔΑΠΑΝΗ 



/ 



ί" 



ΓΕβΡ. ΚΑΜΠΑΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜ. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΟΥ. 



ΕΕΔΟΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ 




ί < 



ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, 

ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΠΕΡΡΗ 

ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΤΟϊ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟϊ- 
1875 



/ > 



ι 






ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ ΜΟΥ 



ι 






(/■"> 



Ξαπλω|Αένος ύποκάτω 
2' ενα δένδρο [χ,υρωΧάτο, 
Εκοΐ(ΐ.ηθηκα είς κλίνην 
Από δάφνην και |Λυρσ(νχν• 
ΕΪ5α δνειρον ώραΐον' 

Με ρο&όκρινο στεφάνι 
ό καλός (λα ς Ανακρέων 

Εις τόν ΰπνον [/.ου έφάν/ί• 

Εβδθ{/.Υΐκον τούτης εως 
Ητον ίσως, πλην ώραϊος, 
Και το στόαα του γλυκεΐαν 
Μοσχοβόλει άνθοσ[Λίαν• 
Ειχ ενα παιοι ο γέρος 

Που του Ιδειχνε τον δρό(Αθν, 
ΚαΙ αυτό ητον ό έρως 

Με φαρέτραν εις τον ώ{Λθν. 



■Λ^^ιύ*^^^» 



— Που τον γέροντα π•/ιγα(νεις ; 
Ποΰ ; . . . καΐ τί τον άποσταινεις ; 
— Που ; εις την άθανασίαν* 
Τύχην αν ζγιτνίς ό|Λθΐαν, 
Η Ελλάς '/ι ελευθέρα 

Στάοιον σ' ανοίγει νέον" 
Ποία δόξα λα[Λ7Γροτέρα ! 

Νέος γένε Ανακρέων. 



Η ΚΕ; ΜΑΡΤΙΟΥ 



ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 



Εχο|ΐ.εν είκοσι πέντε του Μαρτίου, αν &έν σφάλλω, 
Εις το μέτωττόν σου φως |Αου Ι τί αδάμαντας να βάλω ; 
Ελαφρότερον τ*/ίς πάχνης φόρεσ' ένδυμα λευκόν 
η σεμνή μου ερωμένη ! ώ του έαρος είκών ! 

Της Ελληνικής ετέθη σήμερον αυτονομίας 

Η αθάνατος κρηπίς, 
Και παρερχομένων δλων μετ' όργης και άθυμίας, 
Εικοσιν αιώνων δούλων έπληρώθη ή έλπίς* 
Τό συμβάν αυτό το μέγα είς την γην ηγγειλε πρώτος 

Με σεισμόν ό ουρανός, 
Τό στερέωμα ηνοίχθη, κι' άνωθεν ηκούσθη κρότος 
Κι'ό αστήρ «εν τούτω νίκα» επανήλθε φαεινός. 



Δια τρόμου να δεσμεύσ*/) τάς έχθρας μας ζητεϊ χείρας, 
Του θανάτου ό Σουλτάνος οδηγών τάς μαύρας μοίρας. 
Πατριάρχου χρυσήν μίτραν εις τό μέτωπόν του φέρων, 
Εν άγχόν•/) τελειουται ό Γρηγόρ^ος ό γέρων' 
Άλλ' ως δίκροτον οπόταν, ή πυρκαϊά τό ζώστι, 

Και τό σκάφος του κορώσν], 
Κ' έκκαινουνται τότε μόνα τα πολλά του πυροβόλα, 
Τα παράλια ομοίως της Ελλάδος βοοΰν δλα. 

£χομεν είκοσι πέντε του Μαρτίου, αν δεν σφάλλω* 
Άπό μαργαρίτας βάλε περιδέραιον μεγάλο, 
Κ' εις σανδάλια μετάξης πορφύρας ωσάν τά ρόδα, 

Τόν χυτόν σου δέσε πόδα. 

Τότ' ερχόμενοι και Αγγλων και Αυστριακών καΐ Γάλλων 

Ναύαρχοι με δάση στόλων, 
Παρετηρουν, κατεμέτρουν, κ' ενεβάθυνον με δόλον 
Της επαναστάσεως μας τόν πυθμένα τόν μεγάλον* 
Εδιδαν τάς δύο χείρας και Ανατολή και Δύσις, 
Και κατά λάου αόπλου ώμνυαν όμου κ' επίσης* 
Αλλ' ήμεϊς καταγελώντες καΐ τήν μίαν, και τήν άλλην, 
Τόν θεόν έπροκαλουμεν και τήν πλάσιν του εις πάλην. 

Αλλοτε εις της έρημου Επιδαύρου τάς έλαίας, 
Αλλοτε υπό του Αστρους τάς χρυσας πορτοκαλέας, 
Εκηρύττομεν πανδημως άδιαίρετον μονάδα 

Τήν φιλόνομον Ελλάδα, 






VI. Γ^νϋ-ν' 



8 



ΚαΙ τό 2ύνταγ(Αα εις χείρας, καθι5ρύθ(χ.εν εις θρ^νον 

Την άπλην Ελευθερίαν, 

Ητις έχει μικράν χρείαν 
Νθ|χΐ[ΑΟτ7ΐτος αρχαίας, και σειράς πολλών προγόνων. 

ΐχο[χεν είκοσι πέντε του Μαρτίου, αν ίέν σφάλλω• 
Ω στολίσου δίχως άλλο, 
Και είς ρ-έσην λεπτοτέραν τνίς του [χύρ(χηκος άκό[/.α, 
Βάλε ζώνην {ΐέ το τρίχρουν της Ελευθερίας χρώ[Λα, 

ΐ'ίρα ! τώρα χωρίς πλοΰτον, χωρίς πλοία, και λαόν, 
0[Λ0ΐάζεις πυροβόλον, ευκαιρον και παλαιόν' 
Και ό δλ^Λος σου δεν φέρει ούτε κρότον, ούτε κλόνον, 
Με την βό[Λβαν που άφ*/ίκεν, άφου εθραυσ' ενα Θρόνον* 
Αλλ' ω πρόκριτοι της Υδρας ! ώ Κολό|/.βοι καΐ της μιας 

ΚαΙ της άλλης οικουμένης ! 
Ποίος τότε, ποίος δαίμων αγαθής μας ειμαρμένης 
Ερωτα ενδοξότατης σας ένέπνεε πενίας Ι 

Ελλάς ! τώρα να ζτίς πρέπει χωρίς δόξαν, χωρίς φώτα, 
Κ' εις τα μόνα καυχωμένη μεγαλεία σου τα πρώτα* 
ΐνά ζηΐεύτις τώρα πρέπει στων τριών αυλών τάς θύρας, 
ής πτωχή και τυφλή κόρη με την ράβδον εις τάς χείρας ; 
Κολοβός από τάς μάχας κι' άφωνος 6 Ελλην πρέπει 

Τά παρόντα του να βλέπγ), 
ής αύται του Παρθενώνος αί κατάθραυσται εικόνες, 
Τάς οποίας σιωπώσας δλοι βλέπουν οΐ αιώνες ; 



\ 



— 9 



ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ 



ΤΩΝ ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΜΑΣ. 



Τό ποτήρι μου στολίζω μ' άνθη μύρτου και υάσ μ ου, 
Και μ' εύλάβειαν αρχίζω τάς θρησκευτικάς χοάς μου. 
Εις την μνήμην τών μαρτύρων της ελευθερίας πίνω, 
ΚαΙ διά μνημόσυνόν των τό γλυκό κρασί μου χύνω. 
Χΰνε, χύνε, μην λυπάσαι* κι' ας κενώστ) τό πιθάρι 

Ερι πάρι. 



Στην ένθύμησίν σας πίνω Κυριακούλι και Ηλία 
Αριστεύσαντες οί πρώτοι στα Βαλτεζικά πεδία* 
Κ' εις σε Φλέσσα μ' άναμμένην δταν έτρεχες λαμπάδα, 
Κ' έπυρπόλεις τά χωρία κ' άπεστάτεις την Ελλάδα. 
Χύνε, χύνε, μην λυπάσαι* κι' ας κενώσγ) τό πιθάρι 

Ερι πάρι. 



Δευτερεύω και τριτεύω Κανακάρη διά σε 
Της Πελοποννήσου κλέος, αρετής αγνέ χρυσέ 
Οστις έσωσες τό έθνος έπιμείνας εις εν πλοϊον 
Εχθροί δταν έπλημμύρρουν τό Αργολικό ν πεδίον. 
Χύνε, χύνε, μην λυπάσαι* κι' ας κενώση τό πιθάρι 

Ερι πάρι. 



_ 10 — 



— 11 — 



Εφθασες από την Σπάρτνιν Κρεββατα |Αας τότε τρέχων 
Καβαλλάρης καΐ χιλίους Αακε5αΐ{Λθν{ους έχων. 
ΚαΙ τον 5ρ6ρ.ον έαττοδίσας του Δραμαλικου χεΐ|Αάρρου 
Προ παντός αξίζεις άλλου άγαλμα λευκού μαρμάρου, 
Χύνε, χΰνε, μην λυπάσαι" κι' ας κενώστ) το πιθάρι 

Ερι παρι. 



Να σας λησμονήσω Μάρκε, Καραίσκε ημπορώ, 
Τάς ΰστερινάς χοάς μου 5ιά σας άφιερώ• 
Λάβετε καΐ σεις κατόπιν την υστερινην τιμήν 
Τζαμαδέ και Υψηλάντη, Νέγρη και Βενιαμην. 
Χύνε, χύνε, μην λυπάσαι• κι' ας κενώσνι το πιθάρι 

Ερι παρι. 



Ερωμένη μου ! εις ταύτην την άγίαν τελετην 
Κ' εις τόν λάμποντα βωμόν μας από μάρμαρον της Πάρου 
Πρόσφερε και συ τήν κόμην την χρυσην σου και /υτην, 
ΚαΙ τά στήθη σου κτυπώσα τα λευκότερα μαρμάοου, 
Λέγε, λέγε α ας μη μένη σταλαγμός εις τό πιθάρι 

Ερι πάρι». 



Η ΠΑΤΙΝΑΔΑ 



ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΡΩΜΕΝΗΝ ΜΟΥ. 



Μικς βάρυναν αί φυλακαι, 
Κ' αί ήμέρ' αΐ Χουλικαι, 
Και άλλα τόσα και και και* 
Πλην φως μου ! δεν θά σκάσωμεν, 
Την λύραν μας ας πϊάσωμεν* 

Τάγγ 
Λαριριρι λαριριρά' 

Τράγγ 
Τιρλιριρι τιρλιριρά. 

Εδωκε δρόμο ν ή Ελλάς 
Εις έκλαμπρότητας πολλάς. 
Σε τάζω πώς μεταβολάς ||νν«ν 

Συχνά πυκνά θ' άκούωμεν' 
Την λύραν μας, ας κρούωμεν' 

Τάγγ 
Λαριριρι λαριριρά' 

Τράγγ 
Τιρλιριρι τιρλιριρά. 

Θά δίοΰμεν Εθνος και Βουλήν, 
Κ-' ημέρα ν δά κάποίαν καλην* 
Κι' άπ' την χαράν μ«ς την πολλην 



— 12 — 



*;, 



Ι* 



Οί Κλληνες άρχίζομεν 
Την λύραν νά τονίζωμεν' 

Τάγγ 

ΛαρφιρΙ λαριρφά 

Τράγγ 
ΤφλιριρΙ τιρλιρφά. 

ύ θέαρ,α ή5ονικ(5ν ϊ 
Νά, στράτευμα Ελλγ,νικόν ! 
Νά, Σύνταγμα Τροιζηνικόν ! 

Στραβά στραβ' άς τό βάλωμεν, 
Και ττίνοντες άς ψάλλωμεν 

Τάγγ 
ΛαριριρΙ λαριριρά' 

Τράγγ 
ΤιρλιριρΙ τιρλιριρά. 



Τι έγινε Κυρ υπουργοί ! 
Τί τρέχει ; τι θεού όργη ; 
ίμείνετε λοιπόν άργοι ; 
Πλην τί ; 5έν θά κτικίάσετε ; 
Την λύραν και σεις πιάσετε* 

Τάγγ 
ΛαριριρΙ λαριριρά. 

Τράγγ 
ΤιρλιριρΙ τιρλιριρά. 



— 13 — 



ΑΙ ΠΑΛΑΙΑΙ ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ ΜΟΥ 



Μέ τους χρόνους της Ελλάδος τους καλούς μας και ωραίους 
Κ' οΊ καλοί ρ.ας χρόνοι φεύγουν ερωμένη μου ωραία ! 
Ι ό καιρός στό μέτωπόν μου αύλακας προσθέτει νέους 

Κρύσταλα προσθέτει νέα, 

Τ^ς επαναστάσεως μας το Βεζούβιον έβόα ; 
Σ' ενθυμούμαι ήσουν βρέφος κ' έγελόπαιζες αθώα 

ΚαΙ το άσμα σου τ' άθώον 
Ενωνες μέ τους παιάνας και τους ύμνους των ηρώων• 

Ι Μαύρος χείμαρος Αράβων έπλημμύρει την πατρίδα; 
( ής περιστεράν άθώαν σ' έβλεπα Χιωκομένην* 

Την παρθενικην σου κλίνην έφευγες μέ την πλεξίδα 
Εις τα στήθη σου ριμμένην. 

ό Σαχτούρης της Ασίας έξωλόθρευε τον στόλον, 
! Εις ναού σε ει5α θόλον 

Στέμμα δάφνης νά προσφέργις και λευκόχρυσον χιτώνα 

Στης Παρθένου την εικόνα. 

Προς το Ναύπλιον έκίνα νικηφόρος αετός 
ό Μεγαρικός στρατός ; 
Το γλυκύ σου στόμα πόσους μας ψιθύριζεν επαίνους 
όταν από την πατρίδα έδιώκομεν τους ξένους ; 



— 14 — 



ί|1 



έφυγαν έκεϊν' οι χρόνοι της χρυσής νεότητας μας, 
Και συνέφυγαν του Εθνους αϊ λαμπραΐ ημέρ' έκειναι. 
Με τάς ίάφνας της πατρίδος φιΐη μου ! του εαρός μας 

Συμμαραίνοντ' αί μυρσιναι. 



Η ΕΛΛΑΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ 



Ερωμένη μου ! που είναι 
Αί ήμέραι μου έκειναι 

Οταν νέος και φαιδρός, 
Με το πρίσμα της απάτης 
Την ζωην καΐ τα καλά της 

Εθεώρουν άμυδρώς. 

Κ' ή Ελλάς μας τότε νέα, 
ΚαΙ φαιδρά καΐ ρωμαλέα, 

Κ' δλη τόλμη καΐ ισχύς, 
Εις τλν μέγαν της αγώνα 
Με τα τέκνα της τα μόνα 

Στιγμάς Ιχαφ' ευτυχείς. 

Γη πολέμου, κάθε ράχη. 
Θρίαμβος μας κάθε μάχη. 

Στό λιμέρι, στα κλαδιά. 
ίερεις καΐ ίεράρχαι, 
Πρόκριτοί μας καΐ στρατάρ^αι, 

Νέαις, γέροι, και παιδιά. 



— 15 — 

Πανταχού ή άθωότης, 
Και ή ενωσις κι' άπλότης, 

Και ό γέλως κ' ή χαρά, 
Και ό έρως της πατρίδος, 

ΚαΙ εις της χρυσής ελπίδος 
Επετουμεν τα πτερά. 

Τόσος άδολος και θειος 
Κι' ενθουσιασμένος βίος, 

Τόση ένδοξος ζωη, 
ΙΙώς κατέπεσε θεέ μου ! 
ής περαστικού ανέμου 

Νέα πρόσκαιρος πνοή ! 

Τι άπέγειναν οι τότε 
Ηρωες μας στρατιώται 

ΚαΙ το τόσον ναυτικόν. 
Των τριών ανδρείων νήσων 
Εις την έμπειρίαν ίσον 

Με το Αγγλογαλλικόν. 

Ενθυμούμαι την μεγάλην 
Και άθάνατόν μας πάλην 

Τών τριών πρώτων ετών, 
όταν γη Πελοποννήσου 
Στόμα άνοιγες αβύσσου 

Στον Αραμαλικον στρατόν, 



— 16 — 

Της έλλάίος νεκροί κείσΟε, 
Πλην ποτέ ίέν λησμονεϊσθε 

Θρίαμβοι παντοτβινοί, 
Δερβενάκι, Αγινόρι, 
Μεσολόγγι, Μαχ,ρυνόρι, 

Κλείσοβα και Α|Απλιαννι ! 



ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΓ ΑΓΩΝΟΣ 



Μτ.ν έλεύθεραις ΐίέαις ί 

Ταϊς ώραίαις το κρασί, 

Τ6 κρασί καΐ ταις ώραιαις, 

Ψάλε λύρα μου χρυσή ! 

Η Ελευθερία, βλέπεις, βαρύν υπνον έκοιμνίθη 
Και τα δνειρά της είναι μάταια και λυπηρά" 
Της επαναστάσεως μας τό πυρ εσβυσε κ' έχύθη• 
Του κρατηρός της μας μένει τέφρα μόνον ρυπαρά' 
Τ-λν ήρωϊκ^ιν Ελλάδα, Ελλάς χαύνη και δείλη. 
Και τους γίγαντας πυγμαίων διαδέχεται φυλή. 

Των τ^ρώων μας τά έργα λησμονούνται τα γενναία, 
ΚαΙ ονόματα έμβαίνουν εις το Ιθνος άλλα νέα, 
Κ' εγώ ψάλτης του αγώνος έμεινα εις κόσμον νέον 

Ομοιος με γηραλέον 
Με παλαιωμένον πεύκος πεδιάδος γυμνωμένης. 
Οπου βλέπεις εμφυτεύσεις χθεσινής χειρός και ξένης. 



17 



Μην έλεύθεραι; ίδέαις ! 

Ταϊς ώραίαις το κρασί, 
Το κρασί και ταϊς ώραίαις 

Ψάλε λύρα μου χρυσή ! 

Της αγίας Λαύρας* χαίρε συμμαχί' Αχαϊκή ! 
Και σεις χαίρετε του γένους πρώτοι χρόν' ηρωικοί ! 
Και σεις πρώτοι άποστάται, χωρικοί της Αρκαδίας 

Τέκνα της Ελευθερίας, 
Τρέξαντες εις τον φωνην της με τά δρέπανα στάς χείρας 
Στου Ναυπλίου, στης Κορίνθου, στης Τριπολιτζας τάς θύρας. 

πόσον έλαμπρύνθη τότε ή ώς κρύσταλα λευκή 

Κι' αληθώς ηρωική 
Φουστανέλα μας, ή τόσον σήμερον άπεριμμένη ! 
ή Ελευθερία τότε μ' αυτήν ετρεχ' ένδυμένη. 
Και ή βόμβα της ώς ΰλας στον αέρα φλογισμένας 
Σκήπτρα έχυνε θραυσμένα και άλύσσους συντριμμένας* 

Μήν έλεύθεραις ίδέαις ! 

Ταϊς ώραίαις το κρασί, 
Τό κρασί καΐ ταις ώραίαις 

Ψάλε λύρα μου χρυσή. 

* Έ επχνάστασις τής Ελλάδος ε'ις την Πελοπόννησον απεφασίσθη 
εις το Ιν τη Αχαία μονασττίριον τής αγίας Λαύρας παρά του Γερ- 
μανού ίεράρχου των Παλαιών Πατρών, παρά του Ανδρέου Ζαίμη, 
Βενιζέλοι) 'Ρούφου, Α. Αόντον καΐ Χαραλάμπους. 

2 



— 18 — 

Τώρα τρέξετε σεις ξένοι ! καΐ κυκλίόσετε τον θρόνον' 
ό δικός [ΐ,ας νους στους βράχους έπαχύνΟη τόσον χρόνον' 
Δεν τ^ξεύρουν να χαϊδεύουν χερί' αδρά 'πό το τουφέκι, 
Και τα χείλη μας άκόατι ρ,ελαν' άπο το φισέκι 

Μέ τό στό[Λα μας σχισμένον, 
Γλυκείς ήχους δεν ήξεύρουν κολακευτικών επαίνων. 

Καλλωπίζεσθε σεις τώρα μέ λαμπράς ενδυμασίας, 

Μέ Βασιλικάς ταινίας* 
Εχομεν κ' ήμεις ταινίας, καΐ στολάς πλέον ωραίας* 
Τα παράσχμά μας είναι αϊ αθάνατοι πληγαί μας* 
Και μέ όσας στους πολέμους έχθρων 'πτίραμεν σημαίας, 
Κρύπτοντ' εύκολα αι σάρκες αί άνδρειαι καΐ γυμναί μας. 



ΑΙ ΑΠΟΚΡΕΑΙ ΜΑΣ 

Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΜΟΥ ΦΟΡΟΥΣΑ ΤΑ ΕΝΔΥΜΑΤΑ 

ΤΒΣ ΕΑενβΕΡΙΑΣ. 



Χθες αγάπη μου! την είπα, μ' ενθουσιασμών πολύν 
Της Ελευθερίας βάλε την πολεμικών στολην, 

Περικεφαλαίαν φόρει, 
Κ' εις το χέρι κράτει δόρυ* 
Ενωσε δύο θεάς μου εις το ευχαρί σου σώμα, 
Την θεάν του Θρασυβούλου και του Ερωτος ακόμα. 



— 19 — 

Η αγάπη μου μ' ακούει κ' εις τους δύο της κροτάφους 
Ρόδα βάλλει του ενδόξου Μαραθωνικοΰ εδάφους, 

ΚαΙ εις θώρακας χρυσίνους 
Του ερωτικού της στνίθους τους ευώδεις κρύπτει κρίνους 
Και μέ λέγει ασέ αρέσει το πολεμικόν μου σώμα 
Κ' ή θεά του Θρασυβούλου και του Ερωτος ακόμα ;» 

Είσ' εσύ λοιπόν, την είπα, ή θεά Ελευθερία ; 
Είσ' εσύ λοιπόν που είδα εις της δόξης τά πεδία 

Τόσον άλλοτε ώραίαν 
Και μέ ξίφος και σημαίαν, 
Κ' εκραςα κ' εγώ κατόπιν μ' Ινθουσιασμένον στόμα 
<ίά θεά του Θρασυβούλου και του Ερωτος ακόμα ;» 

Τάς σημαίας σου ώδηγουν Καραίσκοι και Βοτζάραι, 
ΚαΙ Μίαουλαι καΐ Κανάραι. 
Φλόγας εχυνεν ή κόμη ή ξανθή σου καΐ χυτή, 

Κι' ωραιότερη δεν ητον άπό σέ ή Αρετή* 

Ναί ! θέας μεγάλης είχες καΐ ανάστημα καΐ σώμα, 

ύ θεά του Θρασυβούλου και του Ερωτος ακόμα ! 

» 
Επερνοΰσες, σ' ενθυμούμαι, άπό τάς οδούς μας τότε, 

Κ' οί γυμνοί πλην άπό δόξαν στολισμένοι στρατιώται. 

Και τά βρέφη, κ' αΐ παρθένοι. 

Ρόδα σ' ερραιναν και μύρτα, και μας σέβοντο οι ξένοι. 

Ω επίστρεψε στης γης μας τό άγιασμένον χώμα 

ί2 θεά του Θρασυβούλου και του Ερωτος ακόμα. 



— 20 — 

Φέρε [Αας τάς τρισενδόξους καΐ αθώας (χας 7;[Αδρας, 

Οταν όλοι ενωμένοι, 
Οταν δλοι χωρίς πάθγ), καΙ πτωχοί, πλην δοξασμένοι 
Εις τους καύσωνας, ς-ούς πάγους ς-ούς χεΐ(Λάρρους, ς-ούς αέρας, 
Κ' είς τόν τύφον, κ' εις τά ξίφη, κ'είς τον θάνατον άκόαα, 
Εβα3ίζθ|Λεν γελώντες καΐ ρ,' ελπίδος οαιδρόν δ[Λρ.α. 



/ 



Η ΠΛΩΣΚΑ ΜΟΥ 

Από |/.ιά 
Αναποδιά 
Σέ [χΐάν άλλη 
Πΐό [χεγάλη 
Χρόνια τόσα πα{Λε τώρα. 
Και |Αάς τρώγει κακή ψώρα* 
Μη στους νόμους, μη στα φώτα 
Εκερδησαμ' Ινα γΙώτα .... 
Γύρνα πλώσκα φωνακλου 
Και τραγουδά κλου κλου κλου. 

ΤραριρΙμ ταριρά 
Νά τά γελοία κ' ή χαρά. 

Που να πας 
Αν αγαπάς ; 
Και είς ποιον 

Καφφενεϊον : 



— 21 — 

Τί νά δτίς καΐ να γελάστις ; 
όπου πας, κι' οπού περάσ-ζις 
Ο Ιωτηρ η Εθνική 
Και ή Ευαγγελική .... 

Γύρνα πλώσκα φωνακλου ! 

Και τραγουδά κλου κλου κλου 
ΤαριρΙμ ταριρά 

Τίά τά γελοία κ' ή χαρά. 



Το προη 
Με το ροι 
Είς το στρο^μα 
Είσ' ακόμα ; 
Υπουργεία τρία νάσου' 
Λάβετα, πλην έτο'.μάσου 
Στά τροπάρια στάς φωνάς 
Της άφοβου Αθήνας .... 
Γύρνα πλώσκα φωνακλου 
ΚαΙ τραγουδά κλου κλου κλου 

Ταριριμ ταριρά 
Νά τά γελοία κ' ή χαρά. 



Μΐά φωλιά 
Σέ μ2ά σπηλιά 
Και σίί κτίζεις ; 
Μην έλπίζτ,ς 



* » 



Εφημερίδες. 



— 22 — 



Το χο5άρι σου ν' άπλώ<ι•/ις• 
Μ'άν αύγη πριχου το νοίώσνις• 
Η πρωτεύουσα ρ,ας νατγις 
Εσηκώθη στα πανίά ττ.ς .... 
Γύρνα τυλώσκα φωνακλου 
ΚαΙ τραγούία κλου κλου κλου 

ΤαριρΙίΑ ταριρά 
Νά τά γελοία κ' ή χαρά. 



Χρεωστάς 
Και ίέν βαστάς ; 
Οί χρεώσται 
Λέγουν δόστε* 
Νά λα[χβάν•/ις δ^χως έχεις ; 
2τά κριτνίριά (Λας τρέχεις ; 
Σέ αρχίζουν οί κριται 
ι τι τι τι τι τι τε ... . 
Γύρνα πλώσκα φωνακλοΰ 
Και τραγουδά κλου κλου κλοίι 

Ταριρΐ|Α ταριρά 
Νά τά γελοία κ' η χαρά. 



Δεν [λέ λες 
Που νι καλαΐς 
έρω(Λέναις ; 
II καϊμέναις 



— 23 — 

Απ εοω η [Λία σύρε 

Σ' ευγαλε και τά τζουλούφία, 

ΚαΙ ή άλλη σου έπ/ίρε 

ΚαΙ την νυκτικίά σου σκούφία . . 
Γύρνα πλώσκα φωνακλοΰ 
ΚαΙ τραγούΧα κλου κλου κλου 

ΤαριρΙ[Λ ταρ'.οά 
Νά τά γέλο2α κ' ή χαρά. 



Ο ΚΑΡΑΙΣΚΟΣ 



Τ' δνομά του πολλούς χρόνους είς τά χείλη [χας θά τρέχτ), 
Και εις των [Αίκρών την στέγην θά τΐ|Λάται ως θεός, 
ΚαΙ πενηντ' ακόμα χρόνους άλλην ΰλην 5έν θά εχνι 

Ομιλίας ό λαός. 

Κι' άπδ τ' άροτρα των δ'ταν στο άχύρινόν των δώμα, 
Θέ νά κάθουνται το βράδυ στην φωτιά οί χωρικοί, 
«Ωχρδν ήταν θέ νά λέγουν του προσώπου του το χρώμα 
ϊ)Κ' ή φλοκάτα του λευκή». 

»ΚαΙ τών Βεζυράδων δταν άκουε το τουμπελέκι, 
«Ερριχνεν άπδ τά χέρ2α τ' αναμμένο του τουφέκι, 
3) Σήκωνε της φουστανέλας ταις δυο άκραις εις την μέση, 
»Κι' ετρεχεν έμπρδς και πρώτος με μαυροκαμένο φέσι». 



— 26 — 



— 27 



»ΠοίαχεΙρ των οφθαλμών |χου την παχειαν άχλύν ρίπτει, 
»ΚαΙ το μέλλον τ^ς Ελλάδος καθαρόν μ' ανακαλύπτει • 
»Νίκαι πανταχού και δόξαι, τρόπαια παντοτεινά, 
»Αλλά έριδες και στάσεις, άλλ' εμφύλια δεινά, 
»Κ.' εις παντοτειντιν ό κόσμος δι' αυτήν ανησυχία ν... 
Κι' ό λαός έστεκε σύννους κ' εις κατάνυξιν βαθεϊαν. 

»Που πηγαίνει που π•/ίγαίνει χωρίς ναύκληρον κανένα 
Και μέ τ' άρμενα σχισμένα, 
»Τό τοσάκις ναυάγησαν και σωθέν τοσάκις πλοιον ! 
»Γένετε θολά μου μάτία δύο ρύακες δακρύων. 
«Ελλάς, φύλαξε την τόσον άκριβην Ελευθερίαν . . . . 
Κι' ό λαός έστεκε σύννους κ' εις κατάνυξιν βαθειαν. 

Ελεγε καΐ ή ψυχή του ή μεγάλη πριχου φύγγ) 
Μέ τόν άετόν όμοια, δταν πτέρυγας άνοίγη, 
Ετοιμάζετο εις σφαιραν ν' άναβγί χρυσού πλανητου, 
Κ' έλαμπαν ως δύο άστρα οι μεγάλοι οφθαλμοί του. 
Αφωνος έπεσε τέλος εις θανάτου ληθαργίαν, 
Κι' ό λαός έμεινε κλαίων κι' εις κατάνυξιν βαθεϊαν. 

Πέθανες, εύγλωττε Νέγρη ! πρΙν της Ανεξαρτησίας 
ό μέ τόσους σου ίδρωτας φυτευθεις βλαστός άνθησγ). 
Φύλλα καΐ καρπούς εύγάλει τώρα γεύσεως γλυκείας, 
Κ' υπό την σκιάν του τρέχει και ό ξένος νά καθηση, 
Κ' εις αυτήν ευγνώμων δλη της χειρός σου τήν φυτείαν, 
Η πατρίς μας σ' ένθυμεϊται μέ κατάνυξιν βαΟείαν. 



Ω των Συνελεύσεων μας Γραμματευ καΐ Νομοθέτη ! * 
Του πολιτικού ναού μας έ'θεσας τόν πρώτον στύλον, 

Και κάνεΙς των τόσων φίλων, 
ίίς του τάφου σου σημεϊον μίαν πέτραν καν δεν θέτει. 
Πλην ή συγγενής μου Μούσα από υλην αίωνίαν 
Βωμόν Νέγρη ! σε υψόνει μέ κατάνυξιν βαθειαν. 



ΤΟ ΟΝΕΙΡΘΝ 



ΤΗΣ επαναστάσεως ΜΑΣ. 



Του μονόχειρος καΐ πρώτου Υψηλάντου ή φωνή 
Οταν ήρχισε τους βράχους της Ελλάδος νά κινη, 
Στάς Γαλλατικάς Άθηνας γλυκύ φώς μου ! ευρισκόμην. 
Και παιδίον, τόν Βολναΐον τόν Τρασήν έδιδασκόμην* 
Αλλά ποιον δεν τισθάνθην γενικόν ψυχής σεισμόν ! 

Ποίον ένθουσιασμόν ! 

Τά δνόματα του Μάρκου του Κανάρου όταν πρώτα 
Εκρουσαν τά νεαρά μου και ποιητικά μου ώτα, 
Εις τάς πόλεις καταβαίνων της ωραίας Ιταλίας 
Του Βοτζάρου και του Βρούτου εγραφον τάς τραγωδίας 

Επευχόμενος ημέρας 

Εις το έθνος ελευθέρας. 

^ "Ολοι γνωρίζουσι το Ινεργητιχόν μέρος το όποΓον δ Θεόδωρος 
Νέγρης ^αβεν εις τ^ς Εθνοσυνελεύσεις μας, ίτι την εύφυίαν καΐ εύ- 
γλωττίαν του. Δύο αδελφών τέκνα δ ποιητής κα\ δ Θεόδωρος Νέ- 
γρης, συνεδέοντο με δεσμούς στενής φίλιας. 



— 28 — 



— 29 



Ηλθα τέλος στν;ν Ελλάδα* ποία χ.ινησις πνευ^λάτων ! 
Πόσοι θρίαμβοι ! τι πλ*?ίθος άνικνίτων στρατευμάτων ! 
Στολισμέν' ίτον ή Τ5ρα και με ναύτας και με πλοια' 
έζων όΤ οΐ -^'ρωές μας είς της δόξης τα χε5ία, 

Κ' εχαιρον κ' εγώ ευρίσκων 
Στο λαμπρον στρατόπεδόν του τον λαμπρόν μας Καραί'σκον. 

Μ-ίι 5έν έλαβαν τα δπλα κατά του κοινού τυράννου 
ΚαΙ ή Κρήτη και ή Σάμος και το δρος του Λιβάνου ; 
Κι' από τ άχυρα της μαύρης και καϋμένης μας καλύβας 
Δέν εύγηκε της Τουρκίας η πυρκαϊά ή τόση ; 
Κ' ΰποπτον τοσάκις βλέμμα στων άχυρων μας τάς στίβας 
Δέν έτόξευσαν κ' οΊ Αγγλοι και οί Γάλλοι καΐ οί Ρώσσοι ; 

Βλέποντες θερμόν οί ξένοι της Ελλάδος τον κρατήρα 
Κά έκτείνωσιν έτόλμων είς τάς φλόγας του την χείρα* 
Ουρανέ ι το τόσον μέγα και τρισένδοξόν μας δράμα 

Ελαβε τοιαύτην λύσιν ! 
Κ' εμελλεν μικρόν νά εΰγ•/) και θολόν τοιούτον νάμα 
Από τόσον και μεγάλην και διαυγεστάτην βρύσιν ! 

Των μακρών διχονοιών μας, ώ πληγαι θανατηφόροι! 
Εις τάς χείρας της Ελλάδος κατεθραύσθηκε τό δόρυ' 
Δι•/;ρέθημεν είς κλάδους μυριάδων φατριών, 
Κ' ή πατρίς δέν έχει πλέον ένα γνησιον υίόν' 

Εις τόν άλλον δέν πιστεύει, 
Και του Σούτσου την κιθάραν ό Κανάρης υποπτεύει. 



ΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΑΙ ΜΟΤ ΕΜΠΝΕΥΣΕΙΣ 



Βρέφος είς τόν Ελικώνα δέν μ' έβύζαναν αι Μοΰσαι, 
Και με λύρας ό Απόλλων κρούσματα δέν μ' έξυπνουσε 
Του όρφέως σου την δόξαν δέν προμάντευε κανείς• 
Πλην σ' απάντησα, ώ νέα ουρανίου καλλονής ! 
Και ό έρως άνελπίστως καθιστών με ποιητην, 
όλην έχυσε την φλόγα στάς ποιήσεις μου αύτην. 

Σαν τό κρίνον που πληγώση μικρού βρέφους ή βελόνη, 
Εμαράνθησαν οί πρώτοι της νεότητός μου χρόνοι* 
Πλην μ' έπέβλεψεν ό έρως' άνεστηθην" κι' ως πτηνόν 
Ηρχισα μέ φαιδρούς ύμνους νά πετώ στον ούρανόν" 
ΚαΙ ό έρως άνελπίστως καθιστών με ποιητην 
όλην έχυσε την φλόγα στάς ποιήσεις μου αύτην. 

Της ελευθερίας σάλπιγξ ηχησεν είς την πατρίδα, 
Γλυκύ άστρον μου ! στα νέφη του πολέμου σ' έπανεϊοα, 
Κ' οί παιάνες τών ηρώων, κ' ή φωνή σου ή γλυκεία 
Μέ παρίστων τών μακάρων τά Ηλίσεια πεδία* 
Και ό έρως άνελπίστως καθιστών με ποιητην, 
όλην έχυσε την φλόγα στάς ποιήσεις μου αύτην. 

Πλην εξαίφνης τά πτερά της ή Ελεύθερι' ανοίγει 
ΚαΙ πετά στον ούρανόν, 
Και κατόπιν της 6 Ερως και αυτός ζητεϊ νά φύγ•/ι, 
Κ' είς τών Αθηνών τους τάφους μόνος κάθημαι θρηνών' 



— 30 — 



— 31 






Και ό έρως τίίς πατρίδος καθιστών με ποιητην 
Την μελαγχολίαν χύνει στάς ποιήσεις (χου αυτήν. 

Ναυαγούν πατρίς και δόξα κ' ή έλπίς αύτη άκ(5|Λα 
Κ' εγώ {Α(5νος επιστρέφω, ναύτης |α' άρμενα σχισμένα 

ΚαΙ μέ φοβισμένον στόμα, 
Τα πικρά ναυάγια των διηγούμαι στον λιμένα. 
ΚαΙ ό έρως της πατρίδος καθιστών με ποιητην 
Την μελαγχολίαν χύνει ς-άς ποιήσεις μου αύτην. 

ΚαΙ καθώς ό τυφλός γέρων προς τόν ηλιον έκτε(νων 
Οφθαλμούς έστερημένους ζωογονικών άκτίνων, 
ΚαΙ μέ μόνης του της θέρμης την άφην παραμυθειται, 
Και ό νους μου μ' αναμνήσεις έθνικάς παρηγορείται. 
Και ό έρως της πατρίδος καθιστών με ποιητήν 
Την μελαγχολίαν χύνει στάς ποιήσεις μου αύτνίν. 



Ο ΓΕΛΩΣ ΜΑΣ 



Ερωμένη μου Ι ώς πότε θά θρηνουμεν τραγικά ; 
Αντικείμενα δεν έχει κ' η πατρίς μας κωμικά ; 

ί^!ώ!ώ! 

Μα τον θεό Ι 

Αά λά λά 

ΚαΙ τι πολλά Ι 



Βλέπεις έναν Τπουργόν μας μ' έπωμίδας αργυράς ; 

Ερ-πορεϊς νά πν;ς στό Εθνος πώς δέν βρέχει ό παράς ; 

άΐ ώ! ώ! 
Μά τόν θεό ! 
Λά λά λά 
ΤΊ στρογγυλά ! 

Στό χαρτί επάνω βλέπεις Λύκεια κι' Ακαδημίας ; 
Επλημμύρησαν τά φώτα εις τό έθνος μας μέ μίας' 

ή ! ώ ! ώ ! 
Μά τόν θεό ! 
Λά λά λά 
Και τΐ καλά ! 

Εις τό Παλαμίδι βλέπεις δύο στρατηγούς κλεισμένους; 
Σύνταγμα ! ελευθερία! ευτυχείς στιγμαΐ του γένους ! 

ύ ι ω ! ώ ! 
Μά τόν θεό ! 
Αά λά λά 
Ποίος δέν γέλα ! 

Τζίτο, Μούσα ! εις τό Βούρζι μη είσαγγελεύς κάνεις 
Σε τρυπώσγ;, και σε ψάλη μέ γλυκόν ηχον φωνής, 

))Ω! ώ! ώ ! 
))Μά τόν θεό ! 
))Λά λά λά 
))Κάθου καλά. 



— 32 — 

Του λαου οι θερμοί φίλοι πάντοτε κερδίζουν κάτι, 
Και την φυλακην λα^λβάνουν [ΑερικαΙς φοραΐς, τταλάτι" 

ί ί ! ώ ! ώ ! 
Μέ τον λαό 
Αά λα λα 
ΚάΟεΙς γέλα. 



ΤΟ ΜΕΘΓΣΙ. 



Το κρασί το κρασί 

Την καρΧίά κάμνει χρυσν;. 
Ενα 7Γθτ•/;ράκι Κύπρου εσφιγξα γλυκά γλυκά 
Κι' εις τά συγκαλά των ίλθαν ολα μου τα λογικά, 
Και τους υπουργούς μας βλέπει και μεγάλους και τρανούς 

Ο μικρότατος μου νους. 
Λόστε με νά ζήτε φίλοι! δόστε με νά ζητε κι' άλλο, 
Και τους πέρνο στο τραγούδι καΐ χερουβικό τους ψάλλω. 

Τό κρασί τό κρασί 

Τγ)ν καρδιά κάμνει χρυσή. 
Δεύτερο ποττίρι πίνω. . , κι' ευτυχία εις τό γένος, 

Και κάνεις φυλακισμένος ! 
Κ' Υΐ κυρά Ελευθερία μ' έπωμίδας και πτερά, 

Είναι γελοία και χαρά 
Τον συρτόν κι' αύτη χορεύει στά γαρύφαλα, στά ρόδα, 
Κι' ας χορεύτ} μ' αλυσίδες εις τον ένα κι' άλλον πόδα. 



— 33 — 

ι 

Το κρασί το κρασί 

Τ:?ΐν καρδιά κάμνει χρυσή. 
Πίνω τρίτην. . τώρα Βάκχε ς-ύν λαιμόν σου δά μ' επήρες 
Τώρα δά κυρ υπουργοί μου Ι τώρα φαίνεσθε φωστήρες ; 

Βλέπω σύνταγμα, βουλην, 
Εργοστάσι' αποικίας, πλουτον, πόλεων στολην, 
Βλέπω βλέπω χιλιάδας στράτευμα Ελληνικών, 
Κ' εκατόν τριήρεις νέας εις την τδραν ναυτικό ν. 

Το κρασί τ6 κρασί 
Τήν καρδιά κάμνει χρυσή. 
Ω γλυκίά μου άνθοσμία ί ώ λευκό κρασί της Σάμου ! 
Θάμβωσαν τά ομματά μου. 
Ω τι φώτα ! σχολάς βλέπω γλυπτικής, ζωγραφικής. 
Ολυμπιακούς αγώνας, καΐ πδεϊα μουσικής* 
Λύκεια, Βιβλιοθηκας, Αστεροσκοπεία τόσα . . . 
ίΐ μέ κόπτετ' ή φωντί μου . • • ώ μέ δένετο&ι ή γλώσσα. 

Το κρασί τό κρασί 

Την καρδιά κάμνει χρυσή' 
Πλην τά ομματά μου τώρα διατι και μόνα κλαίουν ; 
Είναι δάκρυα της μέθης δσα δάκρυα μέ ρέουν, 
Η Ελληνισμού κρατήρα τά ενδόμυχα μου κρύπτουν ; 
Εις τά ρεϊθρά των αι φλόγες τής ψυχής μου εξω πίπτουν* 
Εις του Βάκχου τάς άγκάλας την καρδίαν μου άνοίγων, 
Μέ ψαλμούς ελευθερίας έξεθύμανα ολίγον. 



34 



Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΜΟΤ ΕΙΣ ΤΑ ΠΟΑΙΤΙΚΑ 

Η 

Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΜΟΓ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ. 



"^ % '^' *¥ 4^ 

Αφ ού ήλθες εις το Καύττλι έρω|Λένγι μου ωραία! 

Διπ>ω[Αατικ•/; με είσαι καΐ ζητείς πάντοτε νέα ; 

τι μέ στέλλεις, να ζνίς φως μου Ι ποτ' εδώ και ποτ' έκει ; 

Μ' έγινες πολιτική ; 
Αφες τον Μαυροκορίάτον τόν ΚοΑέττην σ' ενα μέρος* 

Αφες τους να ζ•^ ό Ερως. 

Μ' εξετάζεις συχνά, ποιος είναι πλέον μεγαλόνους' 
Μ' έρωτας συχνά τι έχουν και μαλλόνουν τόσους χρόνους" 
Τί σέ μέλει γλυκύ φως μου ! ποίος τόν άλλον αδικεί ; 

Μ' έγινε; πολιτικτί ! 
Αφες τόν Μαυροκορδάτον τόν Κωλέττην σ' ενα μέρος 

Αφες τους να ζνί ό Ερως. 

Ακακα ό ένας, λέγεις, χι χι χΐ χαμογέλα, 
ΚαΙ του άλλου μέλι στάζει το συχνό ΛοΛύ καΑά. 
Η άπλότ•/3ς γλυκύ φως μου ! εις ήμας δέν κατοικεί ; 

Μ' έγινες πολιτικ•/ί; 
Αφες τόν Μαυροκορδάτον, τόν Κωλέττην σ' ενα μέρος 

Λφες τους να ζγ; ό Ερως 



— 35 — 

ό Σωζήρ ύμνει τόν ενα καΐ ή "Έθγίχη τόν άλλον 
Κ' οι συνδρομηταΐ πληρόνουν μ' ένθουσιασμόν μεγάλον' 
Αλλά χάρισε με φως μου ! τό φιλί σου τό γλυκύ. 

Μ' έγινες πολιτικτί ; 
Αφες τόν Μαυροκορδάτον τόν Κωλέττην σ' ενα μέρος" 

Αφες τους να ζνί ό Ερως. 



Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΜΟΥ 



Η ΛΥΡΑ ΜΟΤ ΣΠΟΤΔΑΖΟΤΣΑ ΝΑ ΓΕΙΝΗ ΤΠΟΤΡΓΙΚΗ. 



Των υπουργών αρχίζω 

Τα θαύματα να ψάλλω" 
Ττιν λύραν μου τονίζω, 

Και νέας χορδάς βάλλω. 

Πλην δεν άφίν' ή λύρα 

Τόν ηχόν της τόν πρώτον 
Και ώ κακή μου μοίρα ! 

Ψάλλει σκοπούς ερώτων. 



\ 



Επήρα λύραν άλλην, 

Πλην και αύτη ακόμα 
Ερωτας ψάλλει πάλιν 

Εις τό φαιδρό μου δώμα" 



36 



ω! χαίρετε του γένους 
0[ΐ.ίθεοι [ΐεγάλοι ! 
Η λύρα (ΛΟυ επαίνους 

Ερώτων [ΐόνον ψάλλει; 



ΤΟ σκανδαλώδες 

ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΙΩΝ ΜΟΥ. 



Δέν ρέ λες με ποιον τρόπον ερωμένη μου ! ν* αρχίσω. 
Μίαν μίαν τάς απείρους χάριτάς σου να υμνήσω ; 
Ο,τι κι' αν σέ γράψω φως μου Ι τό παρεξηγούν οι φίλοι 
Και αύτάς τάς δύο λέξεις έχουν μόνον εις τα χείλη 

σΤρέξ' έτί&Ι 

»2τήν φυλαχη». 

Εις τα κάλλη σου ό £ρως αν σέ πω πώς με Χουλόνει. 
Κι' ομοιάζω τ' αηδόνι τό κλεισμένο στο κλουβί, 
«ό ! φωνάζουν οί εχθροί μου, ώ δέν είμεθα στραβοί. 
»Τ6 κλουβ' ή Ελλάς δέν εϊναι και ό Σούτσος τ' αηδόνι ; 

»Τρέξ' εκεί 
«Στην φυλακή». 

Δια γέλιο μέ κατέβη σ' ένα μου μικρό τραγούδι 
Της βεας ελευθερίας τον χιτώνα να σ' ενδύσω 



37 



ΚαΙ μ' αμάραντο να στέψω τους κροτάφους σου λουλούδι 
Την Ελευθερίαν ψάλλει μέ φωνάζουν άπ' οπίσω 

αΤρέξ' έκεϊ 
))2τήν φυλακή». 

Από τρία προχθές άνθη τρίχρουν σ' έπλεξα στεφάνι. 
ό καλός μας Αστυνόμος κατά τύχην τό μανθάνει, 
Κι' άποστάτα, μέ φωνάζει, στον θυμόν του τόν μεγάλον 
α Την τριχρώματον σημαίαν ονειρεύεσαι των Γάλλων 

«Τρέξ' έκεϊ 
^ «Στην φυλακή». 

Εις του Ευαγγελισμού μας την ημέραν εορτάζω ; 
Κ' ως χριστιανός εις γεύμα παλαιούς στρατάρχας κράζω ; 
α Την ημέραν μέ φωνάζουν, εορτάζει των Μεγάρων* 
Σύνταγμα πάλιν ό φίλος όργανίζει... άρον άρον 

αΤρέξ' έκεϊ 

»Στην φυλακή». 

Από σήμερον σέ τάζω άσματα ερωτικά 

Ακακα κι' απλοϊκά. 
Η άλλέως εις τό τέλος τών καλών μου ποιημάτων, 

Τί παράξενον δέν είναι νά μέ πουν στον κάτω πάτον. 

αΤρέξ' έκεϊ 

»Στην φυλακή». 



' Εις την ημέραν του Ευαγγελισμού οί Συνταγματικοί τών Με- 
γάρων Ινίχηααν ττ^ν κατά τον 'ίσθμόν μάχην. 



ι 



/ 



— 38 — 



^« θα 



Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΦΑΙΔΡΟΤΗΣ ΜΟΥ 



Η ΑΦΡΟΝΤΙΣΙΑ ΜΟΥ 



ής πότε πλέον θρτίνους ! 
Γαρύφαλα καΐ κρίνους 

Στό μ.έτωπ(5ν μου βάλλετε" 
Και σεις εις τα λουλούδια, 
Χαρ{ΑΟσυνα τραγούδια 

Φαιδραιςμου Μούσαις ψάλλετ^. 

Κάμμια ευτυχία, 
Δεν μένει αιωνία. 

Δεν μένει αναλλοίωτη. 
Αφητέ με φροντίδες, 
Και φόβοι και ελπίδες, 

Και πόθοι ατελείωτοι ! 

Πριν πάγω, πριν περάσω, 
Τον Βάκχον θα χωρτάσω 

Και τον τρελλόν τον Ερωτα, 
2του τάφου μου το χώμα, 
#ά κατεβώ μέ στόμα. 

Γεμάτο από γέλωτα. 



ι ; 



Απ' δλους εγώ μόνος 
Του Κροίσου ήγεμόνος* 

Τον πλουτον δεν φθονώ* 
Και φτ'μαις δεν γυρεύω, 
Και δόξαις δεν ζηλεύω, 

Δεν ματαιοπονώ. 

Μέ μέλλουν ή νεότης, 
Μέ μέλλουν ή φαιδρότης, 

Που φεύγουν και περνούν. 
Κ' οί ερωταις, κι' έκείναις, 
Αί πρώταις εύφροσύναις 

Οπου μ εμάς γέρνουν. 

£ν οσω είμαι νέος, 
Εχω και Βασιλέως 

Και πλούτη και καλά* 
Σκηπτρόν μου είν' ή λύρα, 
Και στέμμα μου τα μύρα, 

Τα ρόδα τ' απαλά. 



* Του δημοτιχοΰ και <{^ιλοτί(Αθυ Ιωάννου Καρατζά. 



— 40 — 
Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΜΟΤ 

Η 

Η ΕΞΩΣΙΣ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΝ ΜΟΤ ΘΕΣΙΝ, 



Στο συ|Λπόσιον ρ,αζύ του, έρω^χένη μου χρυσή ! 
Τγιγις και γλυκοπίνων της Μαδέρας το κοασί, 
Σφύριζα τους Υπουργούς [χας εις την {χέθην μου επάνω* 
Σήμερον ίιαταγην των παρ' έλπίϊα μου λαμβάνω, 
ΚαΙ μέ λέγουν «έπειί' είσαι ασθενής, του θανατίζ, 

α Και ή θέσις σου πέτα». 
— Είμαι υγιής, φωνάζω, υγιής, τρισυγιής, 
Κ' εις τάς προσταγάς σας εχω χρόνους είκοσι ζωής. 

«Μπα! υπούργημα μας λέγεις μέ Δαρείου τέτοιο χρώμα" 

«Κουκουλώσου Χα στο στρώμα, 
»Και σε στέλλομεν απόψε τόν καλόν Θεοφιλαν, 

»Η και τόν Ζυγομαλαν. 
3)Πίστευσέ μας, έχεις φθίσιν, τρέχεις κίνδυνον μεγάλον 
))Ημπορ' ή ίιαταγνί μας να σε λέγτ) άλλ' άντ' άλλων ; 
— Είμαι υγιής, αύθένται, υγιής, τρισυγιής 
Και εχω μέ την άίειάν σας χρόνους είκοσι ζωής. 

«Να μας λές πώς εισ' ακόμα υγιής, είναι γενναϊον * 

»Ω ίιά καλόν κακόν, 

«Φώναξε πνευματικόν. 
«Πέθανε άφου το θέλτι κ' ή διαταγή μας πλέον. 



— 41 



«Βλέπομεν καΐ άπ' αυτόν σου του προσώττου τόν βρασμόν 

«ότι άσθμα θέ να εχ•/;ς, εάν ό'χι μαρασμόν. 

— Είμαι υγιής, αύθένται, υγιής τρισυγιής, 

Και σφυρίγματα σας τάζω μέχρ' υστερινης πνοής. 



Επισήμως άφοΰ είδαν, οτι πέθανα σχεδόν, 

Κ' οι χρεώσταί μου μ' επήραν ως νεκρόν αναφανδόν. 

Τους ζητώ γλυκαϊς δραχμίτζαις, μέκτυπουν γλυκά ς-ήνπλάτη 

»ΚαΙ μέ λέγουν ώ τί όψις.. . πέσε φίλε στό κρεββάτι.» 

Σέ ορκίζω και σέ φως μου ! σ' δτι έχεις ιερόν, 

ής νεκρόν νά μή μέ πάρτις διά κάμποσον καιρόν. 

— Είμαι υγιής ψυχή μου ! υγιής τρισυγιής, 

Κι' άπ' αύτου του ερωτός μου ταϊς φωτίαϊς τό εννοείς. 



ΤΟ ΜΕΑΑΓΧΟΑΙΚΟΝ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ 



Στό συμπόσιον μαζύ της όταν κάθωμαι, κι' αρχίζουν 
ΚαΙ ό Ερως καΐ ό Βάκχος κ' ή χαρά νά μέ ζαλίζουν, 

τότε μ' έρχονται τερπνοί 

Μελαγχολικοί καπνοί, 
ΚαΙ περίλυπος φωνάζω «πήγαινε λοιπόν ψυχή ! 
«Εις τους ουρανούς νά ευρτ,ς άλλον κόσμον ευτυχή». 



^:*>»--^-^ -^ 



»7> 



~ 42 — 

Θ' άναλάβγις έκεΐ πάλιν το ούράνιίν σου σχ^μα. 
Πνίγαινε λοιπόν ρ,' ελπίδα καΐ (χέ θαρραλέον βηρ,α. 
Πέταζε άπό τους κόλπους της πίστης σου ερωμένης 
Εις τους κόλπους του Θεού σου, δπου πάντοτε θα αένης. 

Πήγαινε λοιπόν ψυχή ] 
Εις τους ουρανούς να ευρτρς άλλον κόσμον ευτυχή. 

Η Ελευθέρια, κόρη άμωμος των ουρανών, 

Είς την γην ίιωκομένη, 
Εις τους ουρανούς με δάφνης στέφανον σε περιμένει. 
Σέ προσμένουν πλήθος φίλων και μαρτύρων συγγενών, 

Πήγαινε λοιπόν ψυχή ! 
Εις τους ουρανούς να ευρτις άλλον κόσμον ευτυχή. 

Ζήτησε εις τους αστέρας και μακράν άπό τους ζώντας 
Τόσους ήρωας προς δόξαν της πατρίδος των πεσόντας, 
ΚαΙ τον Μάρκον του Σουλίου, καΐ τόν Κρεββατάν τήςΣπάρτης, 
Οστις ήρως πίπτων νέος, έπεσε πατρίδος μάρτυς. 

Πνίγαινε λοιπόν ψυχή! 
Εις τους ουρανούς νά ευργις άλλον κόσμον ευτυχή. 

Μεταξύ του Μιλτιάδου, μεταξύ του Θρασυβούλου, 
Η σκιά του Καραίσκου, κ' ή σκιά του Κυρ^ακούλου 
Κάθηνται συνευτυχουσαι στά Ηλίσεια πεδία, 
ΚαΙ του Νέγρη τάς ήδύνει και ό νους κ' ή εύγλωττία• 

Πνίγαινε λοιπόν ψυχή ! 
Εις τους ουρανούς νά ευρης άλλον κόσμον ευτυχή. 



— 43 — 

Δέν έκένωσα τό νέκταρ τής νεότητός μου δλης, 
Και τριάκοντα ήλίους είδα νέους στην γήν μόλις* 
Πλην με σας, ώ Καραίσκοι ! πλην μ' εσάς, κι' άποθανόντας 
Προτιμώ νεκρός νά μείνω, η νά ζήσω με τους ζώντας 

πήγαινε λοιπόν ψυχή ! 
Είς τους ουρανούς νά εύρ•/ις άλλον κόσμον ευτυχή. 



Ο ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΜΑΣ 

ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΩΜΕΝΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. 



Βλέπεις φώς μου τής Ελλάδος τόν ώραϊον ούρανόν, 
ΚαΙ άκούεις την άθώαν μελωδίαν τών πτηνών ; 
Στόλισε την κεφαλήν μου με ναρκίσσους και μέ κρίνα, 
ΚαΙ σύ, λύρα μου ! νά χύννις μουσικάς φωνάς αρχίνα" 

ή καρδία μου σκιρτά, 
ΚαΙ 6 ΰμνος τής πατρίδος είς τά χείλη μου πέτα. 

Τψωσε τό μέτωπόν σου, ώ πατρίς μου ! ώ Ελλάς ! 
Είς τόν ενδοξόν σου θρόνον αναβαίνεις και γελάς. 
Την άνάστασίν σου βλέπων, χαίρεται ό ουρανός σου 

Και αντανακλά τό φώς σου ! 
Χαίρε γή ελευθερίας ! δόξ' αθάνατος είς σέ 

Ευφυίας κολοσσέ ! 



44 ~ 



— 45 



1 



Ωρσαν τον ολεθρόν σου κ' ν; Εύρώπτ), κ' ή Ασία, 
Κ' εσωτερικοί 5εσπόται, κ' είμαρμέν/;, και στοιχεία" 
Σκόπελε της Μεσογείου ! εις σέ τώρα, ως τό πάλαι 
Εναυάγησαν ίυνάμεις κ' Ικανότητες μεγάλαι. 
Κ' οί εχθροί σου αύτοΙ κράζουν αίόξ' αθάνατος είς σέ 
«Ευφυίας κολοσσέ!» 

Τώρα κρύπτει τάς πληγάς σου ί βασιλική πορφύρα, 
Και ηχεϊ στον Ελικώνα του Απόλλωνος ή λύοα, 

Κα ι σκιρτά ό Παρθενών, 
ΚαΙ σκιαΐ από τους τάφους των αρχαίων Αθηνών 
Ανεγείρονται και ψάλλουν αίόξ' αθάνατος είς σέ 

«Ευφυίας κολοσσέ !» 

Ακουσε της Ιστορίας τους επαίνους. . . ποία γη. 

Ποία χώρα ποτέ άλλη 

Τα λαμπρά σου εΤχε κάλλη 
ΚαΙ υπήρξε της παιδείας ή ακένωτος πηγή ; 
Οί αιώνες σέ φωνάζουν αίόξ' αθάνατος είς σέ 

«Ευφυίας κολοσσέ !» 

Ο Θεός καταΧιώκτης τών τυράννων και των ίούλων, 

Της Ελευθερίας μητηρ σέ προώρισε νά ησαι 
Αντί λόγχης, κράτει λύχνον, ώ πατρίς τών Θρασυβούλων 
Κ' είς την γην, ελευθερίας αγνά φώτα πάλιν χΰσε, 
Κ'οΙ λαοί ας κράζουν πάλιν αδόξ' αθάνατος είς σέ 
«Ευφυίας κολοσσέ!» 



Είθε πάλιν την σεπτην σου κεφαλήν νά στεφάνωση 
Ποιητών σεπτή χορεία, στέμμ' αστέρων φωτερών ! 
Είθε ή 'ίικη μου 5άφνη νέας δάφνας ν' άναίώσνι 
Κι* είς τόν Πίνδον νά γεννηστρ νέον άλσος Ιερόν, 
Κι' αοιδών χορός νά ψάλλ•{ΐ αΧόζ' αθάνατος είς σέ 
«Ευφυίας κολοσσέ!» 

Εν τω μέσω της Ευρώπης και της Αφρικής κι' Ασίας 
Ω κρατήρ Ελευθερίας 
κάπνιζε. . . και ό καπνός σου φθάνων είς τόν ούρανόν, 
Γίγαντ' ας σέ παριστάντι φοβερόν και ρ.ελανόν, 
Κ' οΐ Δεσπόται βλέμμα τρόμου ας τοξεύωσιν είς σέ 
α Ευφυίας κολοσσέ!» 



ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ- 



Θεέ μου 

ίλαρώτατε, 
Μικρέ μου 

Κι' ώραιώτατε ! 

Τμνώ τάς χάριτάς σου. 
ΚαΙ λαχταρεϊ 

Τό στόμα μου, 
Και σπαρταρει 

Τό σώμα μου 

Είς μόνον τ' ονομά σου. 



■Η 



— 46 — 



!Ι 



Ουρανία 

Τά κάλλη σου, 
Και στυάνια 

Η άλλη σου 

Μαγεία σου καΐ χάρις. 
Αληθινή 

Κ' η 5όζα σου, 
ΚαΙ προσκυνεί 

Τά τόξα σου 

ό αΙ[Λθβόρος Αρης. 



Κηρύττουν 

Την ίσχύν σου, 
ΚαΙ φρι'ττουν 

Την όργην σου 

Τ'άμέτρητά σου θύ(Λατα• 
Αατρεύω 

Τ» 2/ • ' 
όνομα σου, 

Πιστεύω 

2τά πολλά σου 

Θεέ ! θαυματουργηματα. 



— 47 



Η ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ. 



χθες μ' άπάντησεν ό Ερως 
Εις παράμερύν τι μέρος 
Και με ειπεν αέτοιμάσου 
Βάλε δλα τ' άρματα σου, 

Εχω πόλεμον μαζύ». 
— Αι λωλό λωλο παιδάκι ! 
Τ' απαλό σου χερουδάκι 
Τόσο τρομερό δέν είναι* 
Φρόνιμο, μικρό μου ! μεϊνε 

Η μανίτζα σου να ζνί. 
— Ετοιμάσου, μ' άπεκρίθη, 
Βότζαρη μου άλλε γίγα ! 
ΚαΙ θωράκισε τά στήθη. 
— Μη θα παιξνις τυφλομύγα ; 
ή μυτίτζα σου θ' άνοίξγ] 
Αν το χέρι μου σ' άγγίξνι. 
— Θα μέ δ'^ς, λοιπόν, φωνάζει 
Και τά τόζα του αρπάζει* 
— Διά γέλο2ο κι' όχι άλλο 
Του Καραϊσκάκη βάλλω 
Την μεγάλη φουστανέλλα, 
Και αρπάζω του Τζαβέλλα 

Τό αδάμαστο σπαθί. 

Πλην χωρίς νά φοβηθνί ! 
Σημαδεύει ό μικρός, 
Και στην γήν πίπτω νεκρός. 



ι ■' ν 



— 48 — 



Ο ΤΡΤΓΟΣ ΜΑΣ 






ΑΠΑΡΧΑΙ ΜΟΤ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΑΕΤΘΕΡΙΑΝ. 



Τό φθινόττωρον σ[Λΐκρύνει καΐ δροσίζει τάς τ,ριέρας, 
ΚαΙ παρθένοι μέ τάς πτέρνας τνίς χιόνος λευκοτέρας 
Της ως ηλεκτρον ευώδους σταφυλής πατούν τάς ρόγας, 

ΚαΙ γερ,άτγι από φλόγας 
Πορφυρά, ή άνθοσμία στους ληνούς ως βρύσις ρέει, 
Και χορεύοντες τριγύρω τον αύλόν παίζουν οι νέοι, 
ΚαΙ εις την Ελευθερίαν την κιθάραν ρ,ου τονίζω, 
Απαρχάς λιτάς προσφέρω, και τόν ΰρον της άρχίζω' 

Ω της Αρετής θυγάτηρ ! θεά δόξης ! θεά φώτων Ι 
Θήραμα των εθνών δλων περιμάχητον και πρώτον! 
Διά σέ σεμνή παρθένος ! και ό θάνατος αυτός 
Πάλαι ητον εν Ελλάδι καΐ γλυκύς και ζηλωτός' 

έρωτα τοιούτον βάλλεις 
Είς τους έραστάς σου δόξης αθανάτου καΐ μεγάλης• 
Διά σέ ό Τιμολέων συγγενή σπαράξας στήθη, 
ΚαΙ μητέρα καΐ πατρίδα, κ' εύτυχίαν έστερτίθη. 

Διά σέ καΐ είς αυτόν της τόν θαυματουργόν αιώνα 
ή έλλάς ή θεσπέσια χαλκοΰν έβαλε χιτώνα, 
Κ' είς τους δόλους της Ευρώπης, κ' είς τά ξίφη της Ασίας, 
Ι'τχύν εταξεν άθραυστου αρετής καΐ καρτερίας, 






1 



— 49 — 

Κ' είς σφαγής δεινάς ημέρας 
Κόμους εθεσεν είς Αστρος πολιτείας ελευθέρας, 
Και αυτούς λατρεύει ετι, ως πατρο)θυς της Θεούς, 
ήγεμών όδου είς δλης τής Ασίας τους λαούς. 

Από την Ελλάδα δμως έδραπέτευσες δρομαία, 
Του Καποδιστρίου δταν σέ ήνώχλησεν ή θέα' 
ίφυγες• Σέ διεδέχθη τάφων σιωπή μεγάλη, 
Κ* ή πολόφυλλός σου δάφνη με τά δροσερά της κάλλη 

Αίφνηδίως ξηρανθεϊσα, 
Ακλαδος, κ' είς γυμνωμένον στέλεχος μεταβληθεισα, 
έγινε κατά του έθνους σκήπτρου ράβδος βαρύτατη* 
Κ' έβασίλευσαν τό ψεύδος και ή βία κ' ή απάτη. 

Σήμερον είς την Ελλάδα έλθέ πάλιν ώ θεά ! 
Νέαν σήμερον θργ,σκείαν θέλ' ή νέα γενεά* 
Την θεότητα σου θέλουν νά καθιερώσουν ίσως, 
όσοι κατά σου κηρύττουν και καταδρομήν και μίσος. 

Μέ μαρτύρων βάφετ' αίμα 
Τής πρωτοφανούς θρτ,σκείας ή τιάρα και τό στέμμα* 
ής θρτ,σκεία μας, νά εχτ,ς αρχινάς τους μάρτυρας σου. 
Θέλεις έ'χει τους βωμούς σου, τά θυσιαστήρια σου. 

έρχεσαι . • . κ' είς τάς οδούς μας ό λαός χειροκροτεί 
ΚαΙ νά σέ ύψωση πάλιν στάς άγκάλας του ζητεϊ' 
ΚαΙ γαρύφαλα σέ ραίνουν αί γυναίκες και τά βρέφη* 
ϊής δρυός τής Επιδαύρου* κλάδος ένδοξος σέ στέφει, 

* Διαιώζεται ?τι εις Έπίδαυρον τό δένδρον ΙχεΓνο 5πό την σκι /ν 
το3 δποίοο λατά ττ^ν πρώτην περίοδον οί παρασταται του 'Έθνοος 
βυνέθεσαν τό πρώτον Σύνταγμα της Ελλάδος. 



4 



— 50 — 

Της Χρυος έκείν•/;ς κλάδος, 
δτΓου κάθ/,σαν οι πρώτοι παρασταται της έλλάίος, 
Και συνέθεσαν το πρώτον σύνταγμα της πολιτείας 
Εις τα θέ^ιεθλα ωραίας και άπλης ίσονοριίας. 

Ερχεσαι... κ' είς τον ληνόν (χου το ποτνίρι μου βυθίζω, 
Και μ' ευώδες άφροΰ νέκταρ ως τα χείλη το γεμίζω, 
ΚαΙ προς δόξαν σου προπίνω... ίίλιε του κόσμου χαίρε 
Κι'άχρι αρκτικής Ευρώπης την θερμην σου λάμψιν φέρε, 

Και διάλυσε τους πάγους 
Εις χείμαρρους χυνομένους εν τώ μέσω του πελάγους, 
Καί ως ήλιος μ' ακτίνας εύεργέτιδας έκτάσου 
Κ' εις αύτους τους αρνούμενους την λαμπράν θεότητα σου. 



Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΜΟΤ. 



Φως μου ! είδα ς-' δνειρόν μου, έπωμίδας Γραμματέως 
Οτι 'φόρεσα και ήμουν χαριέστατος κι' ωραίος. 
Καμαρόνομουν 'σάν νύμφη, κι' άπό την πολλην χαράν μου, 
Κύτταζα εμπρός κι' οπίσω την κατάργυρην σκιάν μου 

^• /ω/ω! χωχώ! χωχώ ! 
νόστιμοι χ' οΐ Υπουργοί μας. . . άπ' τα γελοία ξεψυχώ. 



— 51 — 

Εδε/όμουν τους ανθρώπους ξαπλωμένος εις την κώχη, 
Κ' ει/ α σύστημα και δρχ,ον νά μη λέγω ποτέ δχι' 
Μ* έζητοΰσαν χίλιοι δύο, άλλος γρόσα, κι' άλλος θέσεις 
Κι' άντι γρόσα εγώ λογία, κι' άντι θέσεις, υποσχέσεις. 

η ! χωχώ ! χωχώ ! χωχώ ! 
Νόστιμοι κ' οι Υπουργοί μας. . . άπ' τα γελοία ξεψυχώ. 

Μ'εφεοαν οι Σύμβουλοί μου ς-ιβασμέναις κόλλα?.ς, ζόλλαις, 
Κ' εβαλλα με κλε•.ς•ά μάτία την υπογραφην μουσ'όλαις. 
Πλην μ' έθαύμαζεν ό κόσμος καΐ μ' ένόμιζε λαμπάδα 
Ητις φθείρεται τα φώτα χύνουσα εις την Ελλάδα" 

Ω! χωχώ! χωχώ! χωχώ! 
ΤΝόστιμοι κ' οί Υπουργοί μας. . . άπ' τα γελοία ξεψυχώ. 



.<? ', 



Αφινα του Βασιλείου χαλαρά τα χαλινάρια. 
Και δεν μ' εμελλεν αν ητον ό λαός μαλλιά κου^άρΙα* 
Τ' ά'φινα εις τον θεόν μας, κι' ό θεός όποΟ μ' εύλόγει, 
Θά έπηγαινε τό Κράτος σαν εγγλέζικο ρολόγι' 

12! χωχώ! χωχώ! χωχώ! 
[Νόστιμοι κ' οι Υπουργοί μας. . . άπ' τα γελοία ξεψυχώ, 



Δεν συνείθιζα και τόσο εύκολα νά χολοσκάνω' 
Απ' ταις χίλ'αις μου δραχμίτσαις και ταις κάτι παραπάνω 
όλους έβλεπα πλουσίους, και οαΐί'^ρούς κ' ευτυχισμένους, 
ΚαΙ χαρά και ευλογία, μέλι γάλα τά του γένους* 

Ω ! χωχώ ! χωχώ ! χωχώ ! 
Νόστιμοι κ' οί υπουργοί μας. . . άπ' τά γελοία ξεψυχώ. 



52 — 



Από του ττουλίοϋ τό γάλα το τραπέζι (Αου γεμάτο. 
Ποιος πινουσε, άφου είχα το στομάχι μου χορτάτο ; 
Είς τ^ς Ρούμελης καΐ ϊίρας τους ένδοξους πεινασμένους 
Ηά τραφούν καΐ νά χορτάσουν μή δέν είιδα επαίνους ; 

^• Χωχώ! χωχώ! χωχώ Ι 
Νόστιμοι κ' οί ίπουργοι' μας. . . άπ' τά γελοία ξεψυχώ. 

Μ' έτσιμπουσε, που νά σκάσγ, κάποτε ή ^Αθηνα 
κ ετολμοΰσε την χολην μου άνω κάτω νά γυρνά* 
Ηλπιζα νά την βουβάνω με Διάταγμα κανένα, 
ΚαΙ μ' αυτό παρηγορούμην καΐ γελοΐούμουν όλονένα, 

β! χωχώ! χωχώ ί χωχώ Ι 
Νόστιμοι κ' οί Υπουργοί μας. . . άπ' τά γελοία ξεψυχώ. 

Επερίμενε το ίθνος άπ' έμέ οργανισμούς, 
Βουλήν, Σύνταγμα και νέους εθνικούς διορισμούς* 
Αλλ' εγώ μά ταϊς δραχμαϊς μου μά τον ό'ρκον μουτόν πρώτον, 
Ταις ροκάνιζα στην κώχη χωρίς θόρυβον καΐ κρότον. 

^• Ζ^χώ! χωχώ Ι χωχώ Ι 
Νόστιμοι κ' οΐ Τπουργοί μας. . . άπ' τά γελοία ξεψυχώ• 



— 53 — 
Ο αποχαιρετισμός ΜΑΣ 

, ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΙΑΟΥΛΗΝ ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΑ. 



* 



Δεν άπέθανεν οπόταν εκαιεν εις την Μεθώνην 

Ενα στόλον μετά κρότου, 
Και δεν έλαβε τήν τέφραν της πύρας, λευκην σινδόνην, 
Ούδ' ως ξυλοκράββατόν του στέλεχος ενός δίκροτου. 

Αλλ' εις την έσχάτην ώραν πόση ν εδειξεν άνδρίαν ! 
Προς τον θάνατον εστράφη, 
Κα( του χάρωνος τό πλοϊον είδε μ' δσην άφοβίαν 
ίβλεπεν είς τόν αγώνα των εχθρών τά πυκνά σκάφη. 

Τόν άγαπητόν Μονάρχην είς τά εσχατά του πλέον, 
Με καρδίας είδε πόνον. 
Τους υιούς του και τό έθνος τόν έσύστησεν έκπνέων. 
ΚαΙ του έδωκε τι^ιν χεϊρα, -ίίτις έπλασε τόν θρόνον. 

Είς τάς Πάτρας, δταν προίτην ναυμαχίαν έπεχείρει 
Φοβεράν κατά συστάδην, 
ΚαΙ μετέβαλλον αΐ βόμβαι του πολεμικού Ταχίρη 
Την αύγην είς νύκτα μαύρην καΐ τόν ούρανόν είς αόην, 

Αντεστάθη αυτός μόνος και μ' Ιν σκάφος είς τρεις ς-όλους, 
Κ' είς δειλάς φωνάς μη κλίνων. 
Και με χάλκινο τρομβόνι απειλών τους φίλους όλους, 
ΚαΙ μέ χείρα ρωμαλέαν τό πηδάλιον εύθύνων. 



— Γ>4 — 

Τώρα κειτα*... γεγρα|Λ£χέναι ττόσας γ.αιθέου ::ράξεις 
Είς το [λέγα μέτο^ττόν του ! 
ή έ/θρέ ί χωρίς νά τρέ^-τς, τώρα (λόνον να κυττάςτς 
Τώρα μόνον κατά πρώτον, δύνασαι τό πρόσωτιόν του ί 

Επεσες, ώ πρώτε στύλε του Ελλ'Λνι/.οΰ αγώνος, 
Και ό θάνατος άοπάζει 
Ενα ενα τους προμάχους τχς πατρίδος μας άπόνως, 
ΚαΙ ή Δόξα μένει χγ,ρα, και ό ξένος το καγχάζει. 

Μ-/5 γελάς ώ φυλή νέα, και εις τον αγώνα ξένη ! 
Του αγώνος μας μνημεϊον 
Με το ξίφος του θανάτου και κάνέν αν δεν μας μέν/;, 
Θάπτεται της ιστορίας το αίώνιον βιβλίον ; 

Εξαλείφονται τα ορη, και αί κορυφαΐ των βράγων, 
Και τα τόσα μας πεδία, 
Οπου βλάστησαν αί δάφναι τόσων μας λαμπρών προμάχων ; 
Αυτά είναι των Ελλήνων τά αίίόνια μνημεία, 

Η λάμπας εν δσω φέγγγ; του ίΐλίου στους αίΟέοας, 
Του Ελληνικού αγώνος 
Θα φωτίζγ; αθανάτους και μεγάλας τάς ημέρας, 
Και είς σε Μιαούλη δόξης Οά υψουται μέγας Θρόνος. 

Θάπτεσαι είς την άκτην μας, στο τεθρυλλημένον μνηαα 
Του λαμπρού Θεμιστοκλέους, 
Κ* ή σκιά σου θέλει βλέπει με χαράν το λευκόν κΟμα, 
2τάδιον του ίδικοΰ σου και του ιδικού του κλέους. 



XI 



^1 



— 55 — 

Γλύψετε είς τ6 μνημεϊον που Οά κρύψ•/ι τά όστα του, 
Εχθρικά εκατόν πλοϊα, 
Είς τον πρύμνην του δεμένα και με την σημαίαν κάτου, 
Κ' είς τους πόδας του ας κλαίουν και ή Αφρική κι' Ασία. 

Καραΐσκε ! και Μιαούλη ! πρώτοι και οΐ δύο ζώντες 
Στην μεγαλουργίαν ησθε* 
ΚαΙ είς μίαν παραλίαν, σήμερον αποθανόντες 
Κι' εν μια τιμ•{ί καΐ δόξ•/ι, γείτων εις του άλλου κείσΟί. 

Μετά την μεγάλην γένναν και τών δύο σας επίσης, 
Απο τους πολλούς αγώνας, 
Τάς μεγάλας της δυνάμεις έξαντλησασα ή φύσις, 
Τους όμοιους σας στην γην μας θά γεννησ•/) μετ' αίώνας. 

Είς αίο!)νο>ν περιόδους, του αιθέρος οδοιπόροι 
Παρομοίως οί κομηται 
Φαίνονται με χρυσά ίχνη, φλογεροί και φωτοφόροι, 
ΚαΙ ή γη τόν έρχομόν των και θαυμάζει, κ' ένΟυμειται. 



Η ΨΩΜΟΖΗΤΕΙΑ ΜΟΥ. 



Την πατρίδα καΐ τόν Βάκχον και τους έρωτας ακόμα. 
Στην μελωδικην μου λύραν κελαδώ με γλυκύ στόμα* 
Τ'ασματά μου κ'είς τάς πόλεις, κ'είς τά ορη, κ'είς τους βράχους, 
Παρηγόρησαν πολλάκις ττ.ς πατρίδος τους ττρομάχους" 



— 56 — 

Δότε με τ•ί)ν πληρωμιίν των, άν σάς ίναι αρεστά* 
Των πεσόντων μας ι^ρώων θά τιμνίσω τά όστα' 
— Στοΰ κιθαρωίοϋ τον δίσκον ρίψατ' έναν όβολόν* 
Ε£ς τγ;ν μννίμην των θά στ•/ίσω όβελίσχον ύψηλόν. 

Θά υμνήσω του Σουλίου, Ελληνες ! τον άετόν, 
ΚαΙ τάς άρετάς του Μάρκου, του πρωτίστου μας φωστηοος* 
Χείρες, κεφαλή, καρδία, πατρίς ήσαν εις αυτόν* 
Στην φωνην της δσω εζη δεν έκώφευσεν ό νίρως' 
Αλλά Υ) πατρίς τον κράζει με μητρός ακόμα πόνον, 
Και αυτός δεν την ακούει διά πρώτην φοράν μόνον' 
— Στου κιθαρωδού τόν δίσκον ρίψατ' έναν όβολόν 
Εις τόν Βότσαρην θά στήσω ανδριάντα ύψηλόν. 

Τόν γενναιον Τψηλάντην εκθειάζουν μ' ενα στόμα, 
ΚαΙ τά ορη, και οι βράχοι, καΐ τά δάση, κ' είν' ακόμα 
Από τρόπαια χειρός του αι κοιλάδες μας γεμάται* 
Κεραυνός δεν ητον δμως, δστις λάμπει και πλανάται* 
Αλλ' ή Αρετή Ιξ δλης της Ευρώπης διωγμένη, 
Κ' εις τά δρη της Ελλάδος την ρομφαίαν έζωσμένη• 
— Στου κιθαρωδού τόν δίσκον ρίψατ' ενα όβολόν 
Είς τόν Τψηλάντην τάφον θά εγείρω ύψηλόν. 

έτρεξεν, δ ΚαραΙσκε ! είς την ώραν της ταφής σου, 
Η Ελευθερία κλάδον εστεμμένη κυπαρίσσου* 
Και τόν ξηλοκράββατόν σου άνεσηκωσε στην χείρα, 

Και μαυροφορούσα χνίρα 



— 57 — 



■ ι 

ί 



ρέ παρέπεμψε με όμμα θολά δάκρυα γεμάτο, 
ΚαΙ με λόγχην τεθραυσμένην κ' έστραμμένην προς τά κάτω* 
— Στου κιθαρωδού τόν δίσκον ρίψατ' έναν όβολόν* 
Τρόπαιο ν στον Καρα'ισκον θά εγείρω ύψηλόν. 



Της επαναστάσεως μας έποχη λαμπρά εκείνη! 
ό Μινάς την ίσπανίαν είς τά δπλα ύπεκίνει* 
ΕΪχε πυρ ή Ιταλία κ' είς τους δύο της κρατήρας, 
ΚαΙ δεν έχυνε και λάμψεις καΐ καπνούς άνεφωλεϊς*, 
Κ' είς τά διαδήματα των έβαλαν τάς δύο χείρας 

Τρέμοντες οι Βασιλείς* 
— Στου κιθαρωδού τόν δίσκον ρίψατ' έναν όβολόν. 
Τής πατρίδος μου την δόζαν ψάλλω χαίρων και γελών. 

Αλλ' ή Ιταλία μόλις ερριπτ' έν η δύο βέλη, 
Κ' επιπτον άπηυδησμένα τά θηλυπρεπή της μέλη* 
Κ' ή Ελλάς ώδτίγει μόνη τ' όχημα τής ειμαρμένης 

Και τής τύχης των λαών, 
Κ' είς την λύτρωσιν συννίργει τής δεσμίου οικουμένης 

Η Ελλάς με τόν θεόν. 
—Στου κιθαρωδού τόν δίσκον ρίψατ' έναν όβολόν* 
Τής πατρίδος μου την δόξαν ψάλλω χαίρων και γελών. 

Ηρωες τής πρωτευούσης και είς τόν αγώνα ξένοι, 
Μ' έπωμίδας στολισμένοι, 



^ Τό Βεζούβιον και ή Αΐί'τνα είς τό Βασίλειον της Νεα750λεως χεί- 
μενα, παριστώσι την Ιπανάστασιν τής Νεαπόλεως. 



— 58 — 

Κ' ε{ς τους αύλακας ύψοΟντες των αγίων μας αιμάτων 

Εχ Μαραθωνίου λίθου κτίρια τεσσάρων ττάτων, 

Εις ΤΓ,μάς χροσηκωθητε τους ανθρώπους του αγώνος• 

Ημείς εΓμεθα οΐ πρώτοι μοχλοί τούτου τοΰ αιώνος* 

— Στου κιθαρωδού τον 5ίσκον ρίψατ' έναν όβολ(5ν• 

Τ^ς πατρίδος μας τ•;;ν δόξαν, ψάλλω χαίρων καΐ γελών. 

Των πρωταθλνιτών μας ένας, ένας πίπτει νεκρωμένος, 
Και τους διαδέχετ' ένας, ένας νέηλυς και Εενος' 
Αλλά και του Παρθενώνος ό ναός και πίπτων δλο:. 
Εν τω μέσω των αιώνων σώζεται άκτινοβόλος* 
ής αυτός, το έθνικόν μας κτίριον κι' αν κολοβουται, 
Αλλά φέγγει, άλλ' άστράπτει καΐ ποτέ δεν άμαυρουται* 
— Στου κιθαρωδού τον δίσκον ρίψατ' έναν όβολόν'• 
Της πατρίδος μου τ•;ιν δόξαν, ψάλλω χαίρων και γελών 



1 



το ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΜΟΤ ΠΙΖΤΕΤΩ 



Αφου είόα τόσους φίλους 
Του Συντάγματος μας στύλους, 
Αειποτάκτας της ενδόξου του Συντάγματος σημαίας, 
Νά υψώνουν άναισχύντως καθ' ημέραν δέκα νέας, 

ΝαΙ ψυχή μου ! βεβαιώσου. 
Της Ελευθερίας μόνον ειμα'. λάτρης κ' εδικός σου. 



— 59 — 

Κανενός εγώ ανθρώπου, 

Κανενός εγώ προσώπου, 
Ατυχος ειδωλολάτρης δεν επιθυμώ να γένω* 
Τμήμα κανενός και σώος απεφάσισα να μένω" 

Και ψυ/η μου! βεβαιώσου, 
Της Κλευθερίας μόνον είμαι λάτρης κ' εδικός σου. 

ΚαΙ λοιπόν αί άναρχίαι, 
1(^ Και λοιπόν αί σπουδαρχίαι, 

Και οι εμπρησμοί τών στόλων, κ' αί λτ,στείαι άεννάως! 
Που ό δρόμος αυτός φέρει την πατρίδα •, . . . εις το χάος' 
Ναι ψυ/η μου! βεβαιώσου, 
Ι Της Κλευθερίας μόνον είμαι λάτρης κ' εδικός σου. 

Από τό ψιμύΟιόν της 

Χρίουσα τό πρόσωπον της, 
Και ή Κξουσία έχει θελκτικά Λαίδος κάλλη* 
Και φιλόσοφοι πολλάκις ηπατηθησαν μεγάλοι* 

Πλην ψυχή μου ! βεβαιώσου, 
Ι Της Ελευθερίας μόνον είμαι λάτρης κ' εδικός σου. 

Την Ελλάδα έλευθέραν 

Και σοφην κ' εύτυχεστέραν 
Κπεθύμησα πολλάκις, και στερούμενος της πείρας 
Τών Κυβερνητών του Εθνους δις τρις έκρουσα τάς θύρας* 

Πλην ψυχή μου ! βεβαιώσου 
Της Ελευθερίας μόνον ήμουν λάτρης κ' εδικός σου. 



ίι 



— 60 — 

Φατριάρχαι κι' ΑρχαΙ ίσως 

κατ* έμοΟ θα τρέφουν αΧαος 
Κι' άστατον Οά [λ' όνο^ιάζουν, κι' απιστον, κι' άπαταιώνα. 
ίζειδή νά [χ,' απατήσουν πολύν ελαβον αγώνα* 

Πλην ψυχή |Λθυ ! βεβαιώσου, 
Της Ελευθερίας είριαι πιστός λάτρης κ' έίικός σου. 

Επεθύμησα νά ζήσω άγνωστος ως συ πτηνόν, 

Οπου ψάλλει έχον μόνον μάρτυρα τον ούρανόν' 

Αλλά ή Ελευθερία προς έμ' ερριψε το βλέμμα, 

Κ' έστεψε τον ποιητην της μέ τ' άκάνθινόν της στέμμα. 

ΛΓ όλον τοΰτο, βεβαιώσου. 
Της Ελευθέριας είμαι θερμός λάτρης χ' έ&ικός σου. . 

ής καθρέπτης τον όποιον μία μας πνοή θολόνει, Ι 

Αλλ' ως πρώτον μένει πάλιν μετ' ολίγον ίιαυγης, ' 

Τήν ψυχην μου των ανθρώπων ή πνοή άς άμαυρόν/), 
Και ή χείρ των ας ταράττνι νέκταρ καθαρας πηγής• 

Δεν λυπούμαι, βεβαιώσου, 
Της Ελευθερίας ότι λάτρης είμαι κ' έίικός σου. 



— 61 



Ο ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΜΑΣ ΒΙΟΣ 



^φες με εις τάς άγκάλας νά χαρώ της έξοχης 
Τήν ένέργειαν τήν πλ•/ίρη του νοός και της ψυχής• 



ιέ τήν 5ρ<5σον, μέ τά χόρτα, μέ τους ρύακας νά παίζω, 

Νά πηδήσω, καΐ νά τρέξω, 
ίά ενθυμηθώ τάς τέρψεις της χρυσής νεότητός μου, 
λΙ νά λησμονήσω τόσας αθλιότητας του κόσμου. 

Σας ευγνωμονώ εύώΧεις πρασινόκλαδοι μυρσϊναι. 
|^Ικ.εκρυμμέναι όπισθεν σας κεΐντ' αΐ όχληραι Αθήναι, 
^'Και μέ τά πυκνά σας φύλλα μέ καλύπτετε τά τείχτι 
^^ Της προτέρας φυλακής μου, 

'Και ίέν βλέπω ποΟ κλεισμένους κατεδίκαζεν ή Τύχη 
τόσους χρόνους της ζωής μου. 

Πλην τά θέλγητρα σόυ φύσις ! Χιατι τά ;'αίρω τρέμων ; 
Απατώμαι, ή δεν είμαι ανεξάρτητος κ' ευδαίμων ; 
Ικτέγης όροφος δέν έχω τον ώραϊον ούρανόν, 
ΐΜουσικήν μου, τήν ώραίαν μελωδίαν τών πτηνών ; 

Και μέ βλέμμ' άκτινοβόλον 
ίΜετά θάρρους δέν ύψοΰμαι προς τον ποιητήν τών Ολων; 

Αλλ' ακούω στους αέρας τόν φαιδρόν κορυδαλόν* 
Αλλ' ακούω εις τά δάση τόν ποιμενικόν αύλόν 
Ι Τήν Ελευθερίαν βλέπω εις τά χόρτα καθημένην, 

Κι' ως βοσκήν ένδεδυμένην' 
Τρέξετε της Πρωτευούσης μάταιοι πολιτικοί ! 
■' Νά ίδήτε ό ευδαίμων άνθρωπος που κατοικεί ; 

Ω βουνά ! ώ πεδιάδες ! 
Ανθη ! βρύσεις ! πρασινάδες ! 



— 62 — 



ιυοίσκει• Ι 



ό φιλόσοφος τον νουν του είς τους /.όλ::ους σας ευρίσκει* Ι 
Ζνΐ στους κόλ-ους σας γισύχως^ κ,αΐ ήσύχως άχοθν/ίσκει* . 
Ιίίς του; κόλ::ους σας [χέ ^άκρυ τ:•.κροτάτ•/ις [Μετανοίας ^ 

Λ-αρνουρ,αι ττ,ς ζω•?.ς ^^ι.ας τάς άχάτας καΐ [ΐωρίας. 



1/ 



Δ'.ατΙ 5έν ίλΟα νέος εις τους σ/,ιερούς σας τόπους ! 
ηόσας ώρας ττ,ς ζωΐς [/.ου έχασα {;.έ τους ανθρώπους, 
Ιΐόσας άλλας υ.ϊ τάς λύπας, υΛ τα πάθη [ΛΟυ |χ.αζύ ! 
ΚαΙ ό άνθρωπος εν γένει πόσας ώρας ο^Λως ζ*^! 
Ιΐόσας ώοας !... του ^ειαάρρου το νερό που χ,αταοαίνει 
Που πηγαίνει!., που πηγαίνει!.. 

Μένε [λένε εις τάς πόλεις, του κοινωνικού ανθρώπου 
ΠάοεΧοος Χιαοθορά ! 
Και [ΐη (Λΐ'ανε τα χόρτα του αγροτικού [ΑΟυ τόπου.•• 

Ω ηαέοα θλιβερά, 
ότ' έ[ΛΟλυναν οΐ ξένοι τα Ελληνικά [χας ηθη, 
Κ' ή άγια [χας άπλότης ώς αράχνη διελύθη ί 

ΑΙ κακίαι τώρα δλαι ευρον πλήθος όπαοών, 
Και τον πατριωτισαόν του καθείς χάνει βαθ^Αηδόν' 

ό,τι νέον, και ώραϊον' 

ΚαΙ γελοϊον, πάν άρχαιον' 
]\έος κόσίΛος κυριεύει τα πατρώα [Λας εδάφη, 
ΚαΙ ή Αρετή στην κόνιν της πατρίδος ^Λας ετάφη. 

11 ψυχή »χου νά στενάζνι κ' εις την ερηαον 5έν παύει 
ΚαΙ νά ζή αέ άναανησεις καΐ τά παλαιά νά ψαύη, 



( 



— 63 — 

Παρορ-οία [χέ κιθάραν κρε|ΑαΐΑένην εις τους τοίχους 

Ερειπίων παλαιών, 
Ητις χύνει ρ,ονοτόνους και κλαυθ[Αηροτάτους νίχους, 
Υπ' άνεμων κινούμενη και νυκτερινών σκιών• 



Η ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΜΑΣ 



11 



ο ΣΟΦΟΣ οικονόμος ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, 



22τ6ν άγροτικόν μας οίκον έρχεται ό Οικονόμος* 
Με πρωτομαίου άνθη, φώς μου ! στόλισε τάς θύρας' 
Ας στρωθνί από μυρσίνας από βάϊα ό δρόμος* 
Υποδέζου τον μ' ευώδη ροδοδάφνην είς τάς χείρας* 
Ερχεται ό γηραλέος τών Μουσών ίεροφάντης 
2την Ελλάδα καλών μάντις. 

ϊοΰ Απόλλωνος άκούεις την ώραίαν μελωδίαν ; 
Και παρατηρείς την άκραν του αέρος νηνεμίαν ; 

Κύτταξε τόν Παρνασσόν 
Πώς στολίζεται με δάφνην καΐ μ' αειθαλή κισσόν• 
Ερχεται ό γηραλέος τών Μουσών ίεροφάντης 
2την Ελλάδα καλών μαντις. 



|/| 



— 64 — 

έρχεται... κ' οΐ όφθαλ(Αθ( του φαίνοντ' ε^Λπλεοι πυρός, 
Και τα εύγλωττα του χείλη κάτοχα (χολπης αρχαίας* 
ΚαΙ ως στέφανος στολίζει, ίόξης δίσκος φωτερός 
Του μετώπου του τάς τρίχας τάς λεύκας και γηραλέας* 
Ερχεται ό γηραλέος των Μουσών ίεροφάντνις 
ϊτήν Ελλάδα καλών μάντις. 

Λόγιοι ! κυκλώσατε τον και συζωπυρεϊτε πάλιν 
Της παιδείας την σβεσθείσαν άπό ύετους πυράν, 
Κ' έμφυσώντες θεϊον πνεύμα φλόγ' άνάπτετε μεγάλην, 
Εις την τέφραν της την τόσον καΐ ψυχρην και ρυπαράν, 
Εφθασεν ό γηραλέος τών Μουσών ίεροφάντης 
2την Ελλάδα καλών μάντις. 

Τών Μουσών, άντι μητέρος θα έθηλασας το γάλα 
Ω διάδοχε της δόξης του μεγάλου Κοραή ! 
Από σε λοιπόν προσμένουν και γενναία και μεγάλα 

Της Ελλάδος οΐ λαοί. 
Εφθασες δ γηραλέος τών Μουσών ίεροφάντης 

Στην Ελλάδα καλών μάντις. 

2την άγροτικην μου ΰτίγφ ως έφέστιος θεός, 
Εμβα γέρων... άπό τώρα δόξης έγινε ναός* 
Την κιθάραν μου έγγίσας, καθαγίασε την γέρων ! 
Και ας χύντρ μελωδίαν ήχων £τι γλυκύτερων• 
Χαίρε ! χαίρε ! γηραλέε τών Μουσών ίεροφάντη 
Στην ίΧί,ά^αι. καλών μάντι.. 



_ 65 — 

Καλλωπίζει τ-λν φωνην της ή γλυκεία φιλομίλα 
Φωνην άλλης φιλομ-ϊίλας αν άκούσ' υπό τα φύλλα, 
Κι' ό ταώς τάς πτέρυγας του εις τον ηλιον άπλόνει, 
ΚαΙ σμαράγδους μέ σαπφείρους καΐ μ' αδάμαντας ένόνει* 
Κ' εγώ τώρα εις Πήγασου χρυσίιν χαίτην αν πλανώμαι. 
Συ μ' εμπνέεις Οικονόμε ! 

Εις της θλιβερας Ελλάδος τ•?ιν ερήμην παραλίαν 
Συνελθόντες μετά τόσον μακρινην όδοιπορίαν, 

έμψυχοι σεις Παρνασσοι, 

ό σοφός Βάμβας καΐ συ, 
Ομοιάζετε κ' οι δύο μαργαρίτας πολύτιμους, 
Ερριμμένους μετ' οστράκων στάς άκτάς μας τάς έρημους. 



ΑΙ ΥΨΗΛΑΙ ΜΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΙ 



έρχομαι άπό τ-ίιν μίαν 
Και την άλλην Γράμμα τείαν 
Μέ λαχανιασμένη γλώσσα• 
πόσα, φώς μου ! πόσα, πόσα 
έχυσα στό έθνος φώτα! 
Τί να σε ειπώ; τί πρώτα; 
Τΐ χαρτιά! 
Τΐ χαρτιά! 
έγραψα σε μία νυκτίά! 
Πόσα έγραψα χαρτιά! 



— 66 — 



Τά βιβλία πήγαν γόνα" 
Με σ)ςυμ[ΛένΎΐν ώραις μύτην 
πέρασα τόν Φλοριζώνα, 
ΚαΙ τον Σαΐον καΐ τόν Σμιτην, 
Κ' έσχεδίασα |χΐάν μττάγκα, 
Που Χέν εχ' ή ΑόνΧρα νΐάνκα' 
τι χαρτιά ! 
τι χαρτιά 
Εγραψα σε μ2ά νυκτίάΙ 
Πόσα έγραψα χαρτίά! 

2τ6 χαρτί επάνω δρόμους 
Κύτταξε τελειω{^ι^νους, 
ΚαΙ γέφυρας, κ' ύπονό|Λθυς, 
ΚαΙ ναούς ανυψωμένους, 
Κι' αποικίας εκατόν 
ΚαΙ Σα(Λ(ων και Κργιτών* 
τι χαρτιά! 
Τΐ χαρτιά• 
έγραψα σέ μία νυκτίά ! 
Πόσα έγραψα χαρτιά ! 

Ω νά ζοΰμεν οΐ λεβένται 
Σύμβουλοι οΐ δεκαπέντε! 
Χάρις ςτό 5ικό μας χέρι 
Οπου γράφει, γράφει, γράφει, 
Η Ελλάς δέν έχει τέρι 
Κι' δλη πλέει στό χρυσάφι• 



— 67 — 

Τΐ χαρτιά! 

Τι χαρτιά 
Γράφομεν σέ μ!ά νυκτίά ! 
πόσα γράφομεν χαρτίά ! 



Με τόν νουν μας τόν μεγάλον 
όπου σχίζει και την τρίχα, 
όλων κόψαμε των άλλων 
Συναγωνιστών τόν βήχα, 
Κι' άπεμείναμ' έμεϊς μόνοι 
Στης Ελλάδος τό τιμόνι* 
Τι χαρτιά ! 
Τΐ χαρτιά 
Γράφομεν σέ μ2ά νυκτίά ! 
Πόσα γράφομεν χαρτιά ; 



Φύλαξε μας, λαέ! μόνον 
έν' ακόμα ενα χρόνον, 
Και σέ τάζομεν μυρία 
Τέρατα μας και σημεία* 
Και κουβούκλια με σταφύλια, 
Και λαγούς με πετραχήλια, 
Τΐ χαρτιά: 
Τι χαρτιά 
Γράφομεν σέ μΐά νυκτίά ! 
πόσα γράφομεν χαρτίά! 



— 68 — 

Πλην ρ,ας ψάλλουν ς•:?ιν Αθήνα 
Τά κακά τνίς κεφαλής (Λας . . . 
Ύί τά θέλεις τοΟτα κείνα \ 
Βλέπεις, φως μου! πώς καθείς μας 
Είναι κόκκινος σαν ρώϊι, 
Κ* ή δουλειά μας πάγει ρώίι. 
Τι καλαίς 
τι πολλαις 
Αι Δραχμαΐς του Βασιλέως! 
Κ' εις καθένα μας δεν πρέπει κι' ό βαθμός του Γραμματέως ! 



Η περιβόητος ΔΙΚΗ ΜΟΥ.* 



Ενταλμα Εισαγγελέως προχθές έξαφνα λαμβάνω 
Κ' εις τά κορακιστικά του όπου δέν καταλαμβάνω 
«Σούτσε ποιητή, με γράφει* Επιδόσεις, προτερτίσεις, 
ΚαΙ ορκίσεις, καΐ τελέσεις, κι' άντικλτίσεις, κ' επικλήσεις, 
Και προβλτίσεις, καΐ κλητεύσεις, και διζησεις, καΐ πολλαΐ 
Τελεσίδικοι εφέσεις, και ποιναί, κ' ΟποβολαΙ, 

Πατά τατί, πατά τατά, 
Εις ί;μας παρουσιάσου Κύριε ! δι' δλ' αυτά». 

* Κάνέν προσωπιχον δίν ϊχει το τςοιημάτιον τοΰτο* το άναφερ(5με- 
νον ΠρωτοδιχεΓον δίν δρίζεται ποΓον εΤναι, άλλ' υποτίθεται Εν των 
πολλών £ν τ^ Ελλάδι. 






— 69 — 

Εις τύ βήμα του πηγαίνω, και ως κοΰρκος φουσκωμένος 
Μ' υποδέχεται ό φίλος, καΐ μέ λέγει θυμωμένος• 

αή δίκη εφεσίβλητος! 

ΚαΙ συ άναιρεσίβλητος ; 

Λοιπόν λειπομαρτύριον' 

Αμέσως προπεμπτηριον' 
Αειπόδικος ! δεξίλογος !... τουρλουριρι, τουρλουριρά' 
Τό Πρωτοδικεΐον τώρα ή ποινή σου άφορα». 



2τ6 σοφ6ν Πρωτοδικεΐον νά κ' εγώ βιαστικός* 
ό ΐ>αδάμανθυς ό Μίνως έκριναν κι' ό Αιακός* 
ό Κυρ Πρόεδρος μέ λέγει, άφοΰ σκέφθηκε βαθέως* 
«Της συγκρούσεως ή άρσις από τον ήμεδαπον 
ΒΕπειδ•}) κατά τόν νόμον γίνεται αυτοδικαίως, 
»Κατ' αύτομωλίαν δθεν, κατά βιασμόν λοιπόν... 

Δίγγι, δίγγι, δίγγι, δίγγι, 
ΚαΙ κτυπςί τό κουδουνάκι που στά δάκτυλα του σφίγγει», 



Κι'ό Κυρ γραμματεύς κατόπιν, άνθρωπος όπου δέν βόσκει, 
Τήν άπόφασιν αύττίν μου σοβαρώς άναγινώσκει* 
«Επειδή μας έκκωφαίνεις μέ ψαλμούς ελευθερίας 
))Μ' άγκυρίδας και μέ κλείδας νά κλεισθτ,ς ως τολμητίας• 

Αυτά δυνατά κηρύττει 
Μέ μυκτηρας σφαλισμένους, μέ φωνήν από τήν μύτη' 

Τουντουντούν τουντούν τουντόν 
ό άπόφασις αύτ' είναι των Πρωτοδικών Κριτών». 



/ι 



— 70 — 

Είς αύτ^ν σας τίν σοφίαν, Κριταί ! τάτζ κ' εγώ κράζω 
Τί (χ,έ (χένει τι να πω; 
Να ζητήσω κ' εγώ άλλο, άλλο 5έν αύθα^ιάζω, 
Παρ' ολίγον νά σας ψάλλω τον Μιστρίώτικο σκοττο 

αΟσουρλουλοΰ 
Και μουρλουλου 
Κ' όστάρλαλα 
Τραντάφυλλα». 



ΑΙ ΕΥΓΕΝΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. 



Εκατόν ό αδελφός |Λθυ ίερολοχίτας έχων, 
Κ' είς τάς νέας Θερ(Λ07:ύλας είς το Δραγατζάνι τρέχων, 
Και [λ' αίματωμένους πόδας, και πεζός καΐ χωρίς ίππον 
Τϋς αίσχράς μου ευγένειας δλον έπλυνε τον ρύπον' 

Και 7) κόνις καθενός μας 
Εμεινε στην κολυμβηθραν της επαναστάσεως μας. 

Βΐέ τάς αγενείς του χείρας ό λαός μας ό χυδαίος 
Εφερεν είς τέλος όμως ενός Βασίλειου πλάσιν* 
Μετεμόρφωσεν 6 Γίγας την Τουρκίαν αυτήν έως, 
Κ' εδωκεν είς την Εύρώπην νέαν κίνησιν και τάσιν, 

Κι' είς τους όνυχας του φέοει 
Της άλύσου του ό λέων τεθρυμματισμένα μέρη' 



IV 



Είς αυτόν τόν λαόν χάρις• της Ελλάδος αν ή χώρα 
ής άδάμας δεν λαμπρύννι στέμμα ξένης αύλης τώρα, 

Κι' όπισθεν αν αυλή άλλη 
Δέν τήν ελκγ, καθώς έλκει μικράν λέμβον ναυς μεγάλη" 
Ενηγκαλισμένην εϊχεν επτά ετη τήν πατρίδα, 
ής οπλίτης, δστις θνησκων στενά σφίγγει τήν ασπίδα. 

Εξυπνα πολλάκις τώρα ή σκιά του Περικλέους, 
ΚαΙ είς γην τοσαύτης δόξης και είς γην τοσούτου κλέους, 
έκθαμβος πολλούς ακούει Κοτζαβάσας και Βογιάρας, 
Καϊμακάμας, Σπαθαράκους, Μουχουρδάρας καΐ Σερδάρας, 

ΚαΙ φωνάζει αΠέρσαι πάλιν 
Εκυρίευσαν τήν γην μου τήν άρχαίαν και μεγάλην !» 

Είς της Ελβετίας πάλαι τό δεδουλωμένον μέρος, 
ό δεσποτικός Γεσλέρος 
Τό σκιάδιόν του εΙχεν υψωμένον είς τό δόρυ, 
Κ' είς αυτό έγονυπέτουν καΐ πολϊται κι' οδοιπόροι* 
Τουρκικής μας ευγενείας ή τιάρα, τούτο μένει 
Νά φαννί κι' είς τήν Ελλάδα, είς τήν λόγχην υψωμένη. 

Μιμηθώμεν ώ γεννάδες τήν Ελλάδα τήν άρχαίαν, 
ΚαΙ είς τήν Εύρώπην μόνην καταλίπωμεν τήν γραίαν 
Και τάς δύο της πανώλεις, καΐ τήν άριστοκρατείαν, 

Και τήν ιεροκρατείαν' 
Είς της γης ημών τά χόρτα κατά νόμους παλαιούς 
Οι ποιμένες ζώσιν ίσοι με Μονάρχας και Θεούς. 



— 72 — 



ΤΟ ΦΑΓΟΠΟΤΙ ΜΟΤ. 



} 



Φίλοι ρ,ου χάριτι θεία 
Πάγει πρ6{ΐ.α ή πατρίς, 
ΚαΙ θεοΰ εϊν' ευλογία. 
Τρώγω, βλέπετε, σαν τρεις, 
Κ' εχω δόξα τω άγίω 
Μάγουλα μεγάλα ίύο. 

Τι ποτά 

τι φαγητά 
Στο τραπέζι μου στρωτά! 
Πόσα Ιχω φαγητά! 

Εορτνί και Κυριακνί 
Μέ φυτρόνουν ξαφνικοί 
Σύμβουλοι Επικρατείας, 
Αγιοι ξηροκαμπίας, 
Γραμματείς με πολύ πνεύμα, 
Τζούπ μακρείς πλατεις ςτό γεύμα. 

Τι ποτά 

Τι φαγητά 
Στύ τραπέζι μου στρωτά! 
Πόσα εχω φαγητά! 



— 73 — 

Επειδή κ' εις τα Γραφεία 
Οί υπάλληλοι συμφέρει 
Νά μη πΐάνουν στιγμή μία 
Το κονδύλι των στό χέρι' 
Δι' αυτόν κ' εγώ τον λόγο, 
Τρώγω πίνω, πίνω τρώγω. 

Τι ποτά 

Τι φαγητά 
Στό τραπέζι μου στρωτά! 
Πόσα εχω φαγητά! 

Πλίν λιγώτερο κομμάτι 
ό λαός αν τρώγνι κάτι! . . . 
Εξω τέτοιοι στοχασμοί 
Ανοστοι χωρίς όσμη, 
κ' ή κερά παραδαρμένη 
Μέ ταϊς φράσεις δέν χορταίνει. 

Τι ποτά 

Τι φαγητά 
Στό τραπέζι μου στρωτά! 
Πόσα εχω φαγ•/ιτά! 

Κοπιάζω, λέγουν, λίγο' 
Πλην ςτά δέκα μεσημέρια 
Αν τα μάτια μου ανοίγω, 
Μιίπως κ' έδεσα τά χέρία ; 
Κάθε μήνα δέν ιδρώνω 
Τήν πεντάλφα μου ν' άπλόνω ; 



— 74 — 

τι ποτά 
ΤΙ φαγνιτά 
Στο τραπέζι μου στρωτά! 
ϊΐάΰΛ εχω φαγητά ! 



Παραπάνου ίυό τρεις άλλοι 
Αν ζαλίζουν τό κεφάλι. 
Κάτι μυστικό θα τρέχ•/]. 
Και ή φάβα λάκκον ενει* 
£ξω άπ' τ6 μηνιαίο ν 
Μην κολνα και κάτι πλέον ; 
τι ποτά 
τι φαγητά 
2τό τραπέζι των στρωτά ! 
Π(ίσα έχουν φαγητά .' 



Φίλε μου άνοικτομάτη ! 
Εύγε ! μπήκες εις τό μάτι 
Των ομοίων σου καρφί! 
Απ' τα νύχία στην κορφή 
Είσαι ταλλαρο σπαθάτο, 
Και φλουρί κωνσταντινάτο ! 
τι ποτά 
Τί φαγητά 
2τό τραπέζι σου στρωτά ! 
Π($σα έχεις φαγητά ! 



■χ 



— 75 — 

Ακοπο παραδοβρόχι! 
Ξαπλωμένος εις την κοίχη 
Κτίζεις δύο υψηλά 
Και ωραία παλατάκια, 
Κ' η πατρίς γεννοβολα, 
Στο πουγγί σου ταλλαράκία. 
Τι ποτά 
Τι φαγητά 
2τό τραπέζι σου στρωτά ! 
Πόσα έχεις φαγητά ! 



ΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΜΟΥ- 



Ν' αγαπώ γυναίκας 5ύο 
Σέ, και την Ελευθερίαν, 
Και πρ6 πάντων εις την μίαν 
Εις σε φως μου ! να ομνύω* 
Τραλαλά, ιδού ό γέρος 
Και παμπάλαιος μου έρως. 



Τίά πιστεύω ενα δν, 
Που τό λέγομεν Θεόν, 
ΚαΙ τον νουν μου νά μη χάνω 
Εις τό κάτι παραπάνω* 
Τραλαλά, νά φως μου ! ποία 
Είν' ή δλη μου θρ'/ισκεία. 



— 76 — 



Μέ τον κόσ|Λον τον λωλό 
ΚαΙ τον ψεύτη να γελώ, 
Και να ΐίΎΐ ζητώ καΐ τόσο 
Να τον πολυίιορθώσω• 
Τραλαλά, να ή κρυφία 
Κι' δλη μου φιλοσοφςα. 

Βουλην, νόμους, να δοξάζω 
Τους μεγάλους νά συχνάζω, 
Κ' έν τοσούτο) τον σκοπόν μου 
Τον χορόν των ποδαριών μου' 
Τραλαλά, τιρί τιτό 
Νά ό δρόμος που πατώ. 

ής χαράσγιμον νά βάλλω 
2τ6 κουμπί μου έναν κρ(νο, 
Και τους Ερωτας νά ψάλλω 
ΚαΙ γλυκά γλυκά νά πινω' 
Τραλαλά τιρι τιτό, 
Νά ή δόξα που ζητώ. 

Ενα δέμα σου λουλούδια. 
Ενα πληθός μου τραγούδια, 
Κι' άντΙ μΐά βιβλιοθήκη, 
Μ2ά χρυσή βαρελοθηκη' 
Τραλαλά τιρι τιτό, 
Νά ό πλούτος που κρατώ. 



— 77 — 



Η ΠΝΥΞ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ 



Πνύξ ω εύγλωττίας θρόνε ! εις σε κάθεται ακόμα 

Μέ δημοτικόν χιτώνα ή σκιά του Περικλέους, 

Κ' εις τον δημον ρητορεύει, άπό το γλυκύ της στόμα 

Λόγους χ^ύνουσα γενναίους* 
Εις Σέ ήλθε μ' άναμμένον εις τάς χείρας κεραυνδν, 
Την λεόντειόν του χαίτην ό Θρασύβουλος κινών, 
Κ' έσωσε την πολιτείαν, άναστησας το άρχαϊον 

Σύνταγμα τών Αθηναίων. 

Εις την κόνιν σου ό λόγος ερρεε του Δημοσθένους 
Καταρράκτης φλογερός. 
Από την Ελλάδα όταν άπεδίωκε τους ξένους, 
Πέλεκυς κατά Φιλίππου Μακεδόνος φοβερός* 
Πνύξ! αιώνια θα μέντις εθνικών ρητόρων χνίρα, 
ΚαΙ εις μάτην της βουλής μας την άνάστασιν ζητουντες, 
Εμπροσθεν σου θά περνώμεν εσκεμμένοι, και την χεϊρα 
Εις το μέτωπον κρατούντες ! 

Εκοιμηθημεν εις μάτην καΐ εις πέτραν κι' εις χιόνα 
Και υπέστημεν τον πρώτον τών της γης όλων αγώνα ; 
Του Συντάγματος μας χάρτης είν' οι άμετροί μας τάφοι, 
ΚαΙ μ' αιμάτων μας μελάνην έρυθράν αυτός έγράφη* 
Εις την γήν ημών πεσουσαι χιλιάδες εκατόν 

Εύκλεών μας αθλητών 
Του Ελληνικού εδάφους ελαβον την κατοχην, 
ΚαΙ κατέλυσαν του Τούρκου την μακράν διαδοχην. 



/ι 



— 78 — 

ι 

ΚαΙ δέν εΤσ' Ελλάς μοα πλέον, δ',τι χθες «σουν «,ς(5ΐΛα. ί. 

Η ψυχή ίέν είσαι πλέον, ήτις έπλασες £ν σώμα ; 
Εκοψαν άπ6 το 5έν5ρον τους περικλεεϊς του κλόνους, 
Πλΐν το στέλεχος 5έν μένει έφυβρίζον και τους χρ(5νοι>ς 
ΚαΙ άντισταθέν εις ξίφη παλαιών ίορυκτητόρων ; 

Οχημα ίρεπαντιφόρον, 
Ακατάπαυστα ίέν τρέχεις καΐ πυρκαϊάς σκορπίζον 
Και τους άνεπιτηδείους ηνιόχους σου κρημνίζον Ι |;| 

β άρχαϊαι της Ελλάδος έποχαι 5ύο μεγάλαι ί 
Στέλλουσα τριακοσίας αποικίας της το πάλαι, 
Του^ κοινωνισμοΰ τόν σπ<$ρον εις την γην εναποθέτει, 
Κ| ενα τίκτει σοφόν κ<$σμον εις τρεις χιλιάδας ετη ! 
Κ' δστερον θρησκείας κήρυξ καΐ σοφης,' κ' ηθικότατης, 
Τους λαούς από το γάλα αποκόπτει της άπάτης', 
Κι' ως μητέρα του θεού των μέχρις ώρας τίιν τιμώσι, 
ΚαΙ Ιλλυριοί καΐ Δακες καΐ ΤρανσυλβανοΙ καΐ Ρώσσοι .' 

^ Πλέε οΰριον αέρα, ώ Ελλάς, ώ μέγα πλοιον, 
Οπου φέρεις τάς ελπίδας τά κεφάλαια μυρίων 

Ασιατικών λαών ! 
Προς τον ό'ρον σου κινείσαι, άπό μόνον τον θεόν, ^ 
ής^ πλαν/ίτης, δστις τρέχει τόν αίώνιόν του ίρόμον, 
Χώρας φέρων καΐ κατοίκους έπΙ τών μακρών του ώμων. 
Κι^ όστις πίπτων, πίπτει, κόσμου τά ναυάγια σκορπίζων 
καΙ πλησιοχώρους γαίας και συντρίβων και φλογίζων. 



79 



Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΛΙΚΩΝΑ 



Σκυθρωπή στον Ελικώνα ή Ελευθερία στέκει, 
Και με χέρι κουρασμένο άπο τό βαρύ τουφέκι. 
Το μωρόν της την Ελλάδα εις τά σπάργανα κουνα' 

Αλλ' εξαίφνης στά βουνά. 
Με ταϊς ά'σπραις φουστανέλαις βλέπει τάγμα παλαιόν της, 
ΚαΙ αυτά λέγει ρίγωσα, εις τόν ένθουσιασμόν τΥΐς. 

Ποιος θέλει μ' αναστήσει τους πιστούς μου χωρικούς, 
Του Μαινάλου και της Οίτης τους γενναίους μου βοσκούς, 
Οιτινες εις την φωνην μου έτρεξαν εις τόν αγώνα 
]Μέ την δίκελλάν των μόνην, με τά ρόπαλα των μόνα, 
ΚαΙ της γης τόν πρώτον θρόνον έρριψαν με τόσον κρότον 
• Εις τόν κτύπον των τόν πρώτον ! 

Εις άχυρων τώρα στίβας 

ΚαΙ εις πτωχικάς καλύβας, 
ή αρχαία μου σημαία κείτεσαι λησμονημένη; 

2ύ που έτρεχες εις μάχας, 

ΚαΙ εις ράχας άπό ράχας 
Αέκα ετη μ' αμάραντους ροδοΧάφνας στολισμένη. 

Εις άνεμοζάλης ώρας σ' έπεσκέφθην ώ Ελλάς, 
Και εις ταραχάς και θλίψεις σ' έπερίπλεξα πολλάς, 
Αλλά έχυνα στην γην σου τόσον πέλαγος άκτίνων, 

Τόσας λάμψεις φλογέρας, 
ήστ' αύταί σου αΐ ημέραι, αί ακόλουθοι εκείνων, 
Λχρωμάτισται, με νύκτας ομοιάζουν ζοφεράς. 



— 80 ~ 

Του άγωνίς σου ώ ϊόξα ! μετά ίττας των μ,υρίας 
έφυγαν από τήν γην σου οΐ λαοί της Αλβανίας• 
Αλλά δλον σου το μίσος τό κατά των δεσποτών 
Στίμερον εις τ' άστεά των ΧιεΧόθη άπά μόνην 

Τοΰ έοάφους σου την χ,όνιν 
Οπου εΦερον οί πόδες καΐ των ϊππων των κ,ι' αυτών. 

Αιωνίως εις σέ χάρις εις την πρώτην μου πατρίδα ί 
Στίμερον κ' εις την Τουρκίαν ή σημαία μου γυρνά* 
ΚαΙ υπό τ-ίιν τροπαιοΰχον και μεγάλην μου αιγίδα, 
Εις την Αφρικην κ' Ασίαν νέος κόσμος αρχίνα, 
Κι' αύτοΰ πρώτη επαρχία ή αρχαία γη σου εϊναι, 
ΚαΙ καθέδρα αΐ Αθήναι. 

Την ίσχύν μου τίς αρνείται ; άπ' έμέ τιμάς όλΤγας 
ίλαβε της Γαλλατίας ό τεθρυλλημένος Γίγας ;* 
ϊρις ή μακρά μου σπάθη έλαμπε μέχρις εσχάτων 
Δύσεως κι' Ανατολής, 

Και την κόνιν των ποδών μου εις τά διαδήματα των 

Εβλεπον οί βασιλείς. 

ό άνηρ τών Πυραμίδων σήμερον δεν είνε πλέον* 
Ο κατακτητίις τών σκήπτρων, κληρονόμον του, έκπνέων, 

Μέ άφήκεν είς τ•>ιν γήν. 
Φάντασμα Τυραννομάχον, μέ την λόγχην είς τάς χείρας, 
Την Ελλάδα καΐ Γαλλίαν, κατοικώ δύο κρατήρας, 
Μίαν έχοντας πηγ•^ν. 



81 — 



ΕΙΣΤΟΝΝΕΟΦΑΝΕΝΤΑ ΚΟΜΗΤΗΝ 






Ό Ναπολέων. 



τό ποτήρι μου γεμάτο τά μεσάνυκτα κρατώ, 
ΚαΙ Κομήτη ! την χρυσήν σου γενειάδα χαιρετώ* 
Δύνασαι, ώ γίγα, λέγουν, τό στερέωμα νά σείσ?!ς, 
ΚαΙ ως μήλον έναν κόσμον στην παλάμην σου νά κλείστρς' 

Αν άπό τόν ούρανόν 
Νά μας σφενδονίσ-ζις ήλθες είς τοΰ χάους τό κενόν, 
Αφες με νά εύκαιρώσω τόν άρχινημένον πίθον, 
Κ' υστέρα την γήν μας βάλε στην σφενδόνην σου ως λίθον. 

Καθώς ενα φύσημα μας τό νερόν είς την φιάλην, 
Τόν Ωκεανόν και συ 
2τήν λεκάνην του σαλεύσεις την πλατειαν και μεγάλην 
Πλην Κομ•^τη Ι πίστευσέ με, τό ευώδες μου κρασί 
Κόκκινον, και τριών χρόνων, κι' Εσχυρότερον και σου, 
όλον μου τόν νουν σαλεύει καΐ κινεϊ εκ περισσού* 
Αφες με νά εύκαιρώσω τόν άρχινημένον πίθον, 
Κ' υστέρα την γήν μας βάλε στην σφενδόνην σου ως λίθον. 

Τρέμει ό μικρός ίχθύσκος, δταν κήτος απάντηση 
Μέ τό στόμα τεντομένον κ' ετοιμον νά τόν ροφησγι* 
Σπαρταρεϊ κ' ή γή ομοίως έμπροσθεν σου άπό τρόμον, 
ΚαΙ κλονοΰνται τ' άστεά μας είς τόν άμετρόν της ώμον* 

Πλην εγώ δεν σέ γελώ. 
Από τό κρασάκι τώρα σείομαι κϊ«1 κονδυλώ" 
Αφες με νά τελειώσω τόν άρχινημένον πίθον, 
Κ' υστέρα την γήν μας βάλε στην σφενδόνην σου ως λίθον. 

6 



) 



ί 



— 82 — 

Του θεοΰ οπλίτης είσαι καΐ υπασπιστής εκείνου, 
ΚαΙ της περικεφαλαίας της μακράς σου και χρυσίνου 

Είναι χρύσινα πτερά, 
Αύτ' οί λάμποντες ιμάντες, κι' αύτ' -^ λάμπουσα ουρά; 
Ταξιδεύων στους αιθέρας, μην σ' έπηρε φύλακα του ; 
Ακτινοβολ' ή γεμάτη άπό άστρα ποϊιά του" 
Αφες με να εύκαιρώσω τον άρχινημένον πίθον, 
Κ' υστέρα την γην μας βάλε στην σφενδόνην σου ως λίΟον. 

Εκτακτος απεσταλμένος μήπως εϊσ' εσύ του Πλάς-ου, 
ΚαΙ κατά καιρόν μας φέρεις τάς εκτάκτους προσταγάς του ; 
Δεν σε ειδαμεν και δταν ό Γαλλάτης αετός 
Εμεινε με παγωμένας πτέρυγας εις την Ρωσσίαν ; 

Και 5έν ήλθες συ, αυτός, 
Στης επαναστάσεως μας την στιγμήν την μακαρίαν; 
Αφες με να εύκαιροίσω τόν άρχινημένον πίθον, 
Κ' υστέρα την γην μας βάλε στην σφεν δόνην σου ώς λίθον. 

Ξίφη τώρα και άλύσους εις τάς χειράς σου τί σείεις ; 
Τί πολέμους προμηνύεις; 
2τοί>ς αιθέρας ένω λάμπεις, στά πελάγη μας κίνα 
Τά μεγάλα του ό Αγγλος καΐ πυρίπνοα βουνά* 
Ως διάδημ' αδαμάντων, δ,που λύεται μονάχον, 
Μήν διαλυθ' ή Τουρκία είς σωρούς γαιών και βράχων ; 
Αφες με νά εύκαιρώσω τόν άρχινημένον πίθον, 
ΚαΙ μή βάλ-/ις την Ελλάδα στην σφενδόνην σου ώς λίθον. 



ίίΙ 

ινι 



— 83 — 



Ο ΚΑΚΟΣ ΟΙΩΝΟΣ 



Την πιστη'ν μου έρωμένην στά θερμά μου θάλπων στήθη, 
Εκαθημην είς τό δεΐπνον χαρά όλος κ' ευφροσύνη* 

Πλην τό ελαιον έχύθη. 
αΣύμπτωσις κακή ! μέ είπε, οιωνός κακύς ! εκείνη• 
Νά κι' ό θάνατος εμπρός μας* χιονοφρυδος ό γέρων, 
κ' είς τους πόδας του την κόνιν εκατόν αιώνων φέρων• 

ή αγάπη μου δειλή, 

Κι' ώς περιστερ' απαλή, 
«Εις τους ερωτάς μας, είπε, λάβε γέρων εύσπλαγχνίαν». 
«Εγώ οΐκτον, άπεκρίθη, μέ φωνήν αυτός άγρίαν' 
α Η πνοή μου και τά φύλλα ώχρια στην πεδιάδα, 
»ΚαΙ αυτά τ' άμέτρητ' άστρα στην αίθέριον κοιλάδα». 

α Πλην άς-ράπτει κ' ήχρυσ' ϊρις είς τό μέτωπόν μου γύρω' 
Τάς ψυχάς έγώ οίκτείρω* 
Οδηγός των είς τόν μέγαν σάπφειρον των ουρανών, 
Τάς περιπλανώ εις χώρας και αγνώστους καΐ ωραίας, 
Είς αύτάς τάς φωτοχρύσους και συμπλανωμένας γαίας 
Είς του χάους τό κενόν. 

«Ποιητή ! ώς πότε γέλως, κ' ευθυμία, καΐ χαρά, 
»ΚαΙ οί τριανταφυλλώνες, καΐ τά δάση τ' ανθηρά ; 



ί 



1 



— 84 — 

»Δέν σ' έ|Λπνέει και χοιησεις μελαγχολικά; ό τάφος ; 
»05οΐ7ΓΟρε ! τί προσμένεις ; ττριχου εμβτ,ς είς τό σκάφος, 
»Αρχισε να έξετάζγς, καΐ εις τι πελάγη φεύγεις, 
»Και είς ποιαν γην θα εΰγγις». 

Υπεράνω των αστέρων, εάν ηναι βαθύ σκότος ; 
Αλλ' αν ηναι λαμπρόν φως ! 
1ν ό θάνατος ειν' ύπνος ; αλλ' αν άλλου κ<$σμου κρίτος 
Μας ζυπννίσγ), κ' άπομέντρ στην άπάτην ό σοφός ! 
Αν του σώματος θανόντος άποθνησκγ) κ' ή ψυχνί ; 
Αλλ' αν έπιζ^ κ' είς άλλον νέον κόσμον ευτυχή ! 

Τα έπέκεινα των άστρων ποιος εϊ5εν οφθαλμός ; 
α του στήθους μας παλμός ! 
Ω έλπίς πολλών και φόβος Ι ω νοός καΐ ψυχής πάλη ! 
Κεκρυμμένου λοιπόν οντος το παν είναι ό ναός ; 
ΚαΙ ή άνθρωπότης μία οικογένεια μεγάλη, 
ΚαΙ πατνίρ της ό θεός ; 



Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ 



Είς του Θησέως τάς λευκάς καΐ ύψηλάς κολώνας 
Τ6 βράδυ μέ τάς λύπας μου περιπλανώμαι μόνας* 
Εκεί πυκνός ό άσταχυς, σκεπάζων πλατύν κάμπον, 
Κινείται ως ωκεανός χρυσάφινος και λάμπων• 






— 85 — 

Συμβόσκουν μέ τά πρόβατα έ5ώ σταις πρασινάδαις 
Μέ κρεμάμενους τους μαστούς άθώαι αγελάδες, 
ΚαΙ διαχύνει θελκτικάς φωνάς είς τους αιθέρας. 
Μακρόθεν ή θργισκευτικη καμπάνα της εσπέρας• 

Αλλ' η ψυχ•^ μου θεωρεί την γην αυτήν ως ξένη, 
ΚαΙ είναι ως νεκρού σκιά στον κόσμον έρριμένη* 
Δέν θέλγ' ή φύσις τους νεκρούς, καΐ των αποθανόντων 
Τ•>,ν κόνιν δέν ζωογονεί ό ήλιος των ζώντων. 

Τό βλέμμα μου περιπλανώ ματαίως είς τήν φύσιν, 
Προς μεσημβρίαν και βορράν, άνατολην καΐ δύσιν* 
Βλέπω εδώ, βλέπω έκεϊ, και λέγω ευτυχία 
Δέν μέ προσμένει πουθενά και πώποτε κάμμία. 

Τί μ' ωφελούν οΐ ουρανοί, τά δάση αΐ κοιλάδες ; 
ίΐ άλση μου ποιητικά ! ώραϊαι πρασινάδες 
ί^ λόφοι χαριέστατοι ! £ν μόνον δν σας λείπει, 
ΚαΙ είσθε σκότος και κλαυθμός, κατηφεια και λύπη. 

Αν έδυνάμην ήλιε ! τό άρμα σου ν' άρπάσω, 
Κ' είς τάς τερπνάς άγκάλας σου, γλυκύ μου φώς νά φθάσω ! 
Τί περιμένω είς την γην ; τί θέλω εδώ κάτω ; 
Τί μεταξύ έμου και γης κοινόν ; και τί φυλάττω ; 

Του βίου γλυκά όνειρα ! ω έρως και φιλία, 
ΚαΙ σεις ω δόξα εθνική ! πατρίς κ' ελευθερία ! 
Μ' αφήσατε και φεύγετε καρδίαν μαρανθεϊσαν, 
ΚαΙ χίμαιραι κ' οί πόθοι μου καΐ οΐ σκοποί μου ήσαν. 



'~1 

* 

~ 86 — 

Μ' έγτίρασαν τά πάΟγ] |Λου, καΐ ή πατρίς ακόμα, 
Μονότονος ό βίος μου 5έν έχει κάνέν χρώμα, 
ΚαΙ φάντασμα του ιερου Ελλ•/ινυςοΰ αγώνος, 
Εις των προμάχων κάθημαι το Μαυσωλειον μόνος. 

Νύξ χαίρε μεγαλοπρεπής! εις άρμα έβενώϊες 
Προβαίνεις . . . και την γην πατούν των ίππων σου οί πόδες. 
Αστερωπόν διάδημα το μέτωπόν σου στέφει, 
ΚαΙ παριστώσι την μακράν χλαμύδα σου τά νέφη. 

ής του ήλιου ή άκτις ή τρέμουσα και κρύα, 
Κ' εγώ σας αποχαιρετώ κοιλάδες καΐ πεδία ! 
Και παύοϋν οΊ υστερινοι καΐ κλαυθμηροί ψαλμοί μου, 
Ως ζέφυροι εσπερινοί εν μέσω της έριίμου. 



\ ^ 



(ί 



» 



Α 



\ι•, 



— 87 — 

Φύλλον τώρα τών ανέμων και περίπαιγμα, καΐ γέλως, 

Περιφέρομαι εις κόσμον χωρίς δρια και τέλος* 

ής ή παλαιά κλεψύδρα, ήτις άπετελειοΰτο 

Ενα χύνουσα μετ' άλλον του νεροΰ της σταλαγμόν, 

Αποτελειόνει οΰτω 
Κ' ή ζω•^ μου εν τω μέσω τών δακρύων και κλαυθμών. 

Την βοην της πρωτευούσης εκ τών κόλπων της έρτίμου 
ΚαΙ την τύρβην της ακούει μετά φρίκης ή ψυχή μου. 

ΚαΙ τ*7ίς γης ή ταραχή 
ής του καταρράκτου πτώσις εις τά ώτά μου ήχεϊ* 
ής ή μαύρη αυτή πάχνη, την κοιλάδα ήτις κρύπτει, 
Νυζ τοιαύτη και τον νουν μου σκοτεινή περικαλύπτει. 



ΟΛΙΓΟΙ ΜΟΥ ΛΟΓΟΙ 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΑΦΟΝ ΤΗΣ 



Αί ψυχαί μας αι πλασμέναι από φύσιν ούρανίαν, 
Ουρανού αίθρίαν εΤχαν καΐ γαληνην καΐ ήρεμίαν 

Κ' αί στιγμαι δλαι ημών, 
ής τά νάματα ωραίας βραδυπορινης πηγής, 
Εν τω μέσω υακίνθων, με γλυκύν ψιθυρισμόν 
Ερρεον υπό τους πόδας του δημιουργού της γης. 



^ 



ΑΙ ΣΚΙΑΙ 



Εϊσθε σεις όπου την νύκτα όταν άνεμος χειμώνος, 

Τό παράθυρόν μου σείτι, 
Και με χείρας σταυρωμένας τους αιθέρας βλέπω μόνος, 

Και τό δμμα μου δακρύνι, 
Είσθε σεις σκιαι τών πρώτων στρατηγών μας και προμάχο^ν, 
ΚαΙ ώχραι κ' αιματωμέναι καταβαίνετ' εκ τών βράχων ! 



ιΐ 



— 88 — 

ΔιατΙ τό χρ(5σωπόν σας έχει τι άρχαϊκόν, 
ΚαΙ γλυκΟν έ|Λ7ϊνέει πόθον ή άρχα{α σας είχών ; 
Φίλοι {Λου των στρατοπέδων! πόσον μεταβεβλψένους 
2ας ευρίσκω, καΐ συγχρόνως κατηφείς καΐ τεθλιμαένους Ι 
Ίί έγίνατε ; . . , που ίσθε ! . . . πόσα ετη δέν σας είδα 
Εις ττιν φίλην |χας πατρίδα ί 

Ανθος ιερόν ηρώων .' της ελευθερίας θυ^χα » 
Μάρτυρες μας μετά δόξης καταβ^ντες είς τό μνήμα ! 
Μην έπέσατε γενναίως, άλλην τρέφοντες ελπίδα ! 
Εζητεϊτε να ίδητε λαμπροτέραν την πατρίδα, 
Και τό μέτωπόν σας τώρα λύπης σύννεφον καλύπτει 
ΚαΙ τό δάκρυόν σας πίπτει; 

^ Ενθυμεισθε τάς μεγάλας του αγώνος μας ημέρας ; 
Ηλιος εφεγξεν άλλας είς τον κόσμον λαμπροτέρα'ς ; 
Της αρχαίας Ιστορίας καΐ των παλαιών αιώνων 
Δύο θαύματα ύπηρζαν, ή Ελλάς κ' -^ Ρώμη μόνον 
Δύο θαύματα, καΐ τούτων τών καιρών είναι των νέων. 
Η Ελλάς κι' δ Ναπολέων. 

Τί άπέγειναν, ώ φίλοι, αί ίίμέραι μας αΐ τότε ! 

Που αί δόξαι μας αι πρώται ; 
Ως αντανακλών καθρέπτης τάς ηλιακάς ακτίνας, 
Η ψυχή μας λάμψις όλη τάς στιγμάς ητον έκείνας ; 
Κ' η λαμπρά μας ευτυχία ητον νήμα εκ χρυσίου, 
Κ' έπλεκε την αλυσίδα χρυσην δλου μας του βίου. 



— 89 — 

Αλλ' εις τους ψαλμούς μου, φίλοι ! τέρπεσθε κ' ενθουσιάτε" 

Με κυκλουτε, και βοάτε* . . . 
Χαίρετε ! όδυσσεΰ ! Γοΰρα ! Παπαφλέσσα ! Κυριακούλη ! 
Βότσαρη καΐ Τψηλάντη ! Καραΐσκε και Μιαούλη ! 
έρχεσθε . . . και την κιθάραν κρούοντες του ποιητου σας, 
Γύρω μου έπικαλεΐσθε τάς έπικηδείους Μούσας. 



Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 



ΑΙ ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ ΕΚΕΙΝΗΣ 



Ω θάλασσα! σ' έχρύσωσε τετράκις η σελήνη, 
Κι' άντι νά βλέπη τόν γλαυκόν καθρέπτην σου κ' Εκείνη, 
ΐδέ με* μόνος κάΟημαι στην πέτραν της έρημου, 
όπου την είδες άλλοτε νά κάθηται μαζύ μου. 

(Ι Και τότε βοην έχυνες υπο αυτούς τους βράχους, 
Πλην άκουα τόν σάλον σου μέ φρένας ατάραχους* 
Και τότε είς τους πόδας της ό γαλανός αφρός σου 
Εσκόρπιζεν αδάμαντας καΐ μαργαρίτας δρόσου. 

ω! ένθυμεϊσαι τάς στιγμάς της δόξης μας έκείνας ; 
Του Καραίσκου αι σκηναι ύψουντο στάς μυρσίνας' 
Μακρόθεν έχρεμέτιζον τών Αλβανών οί ϊπποι, 
Και αραιοί άκούοντο τών πυροβόλων κτύποι. 



4 



— 90 — 

ΚαΙ {ΐίαν αύγην, εις αύτην την ύψωμένην ράχτ,ν 
Πριν ίώσω^Αεν την κρίσιμον κατά των Τούρκων μάνην 
Με λελυμένην ώ θεέ! καΐ χρύσινην πλεξίδα, 
ΚαΙ μέ άνϊρώδες ένδυμα πλησίον μου την είδα. 

Είς τον γλυκύν ψιθυρισμον της χλόης καΐ των φύλλων, 
Ησπάσθη χωριζόμενον τον έραττήν καΐ φίλον, 
ΚαΙ μετ' ολίγας μας στιγμάς μετά χαράς καΐ θάμβους 
ό ήλιος έφώτισεν Ελληνικούς θριάμβους. 

Ω δόξης εθνικής στιγμαΐ μακάριαι καΐ θειαι ! 
Αθώας μου νεότητος ώ έποχαΐ γλυκειαι ! 
Καθ' άς κ' η ερωμένη μου και ή πατρίς μου εζων, 
Κι ό Αρης με τόν Ερωτα εύφραίνετο συμπαίζων. 

Δέν ησθε είμη ονειρον, ειμή σκιά καΐ ληρος ! 
Χαμέναι δια πάντοτε, χαμέναι όλοκληρως 
Δέν θέλετε την πρώτην μας χαράν μας αποδώσει ; 
ΚαΙ μάταιοι κ' οι θρίαμβοι κ' ιδρώτες μας οί τόσοι ! 

Ω θάλασσα! ώ φαλακρέ καΐ γηραλέε βράχε! 
Κατάσκιά μου σπ-^λαια! ποιητικαί μου ράχαιί 
Εκείνης της τερπνής αυγής φυλάξετε την μντίμην, 
Και των ωραίων ήμερων εκείνων μας την φήμην. 

ΚαΙ είς τάς τρικυμίας σου ώ θάλασσ' άνεμώδης ! 
ΚαΙ εις τάς παραλίας σου τάς άσπρας και αμμώδεις 
Ο γαληναϊος ήλιος τοπάζας όταν χύντι, 
ΚαΙ όταν σε γλυκογελα ή αργυρά σελήνη, 



— 91 — 



Κ' ή αύρα όταν μυστικάς ώδάς σέ ψιθυρίζ/ι, 
ΚαΙ ό βορράς ό φίλερις τά νέφη δταν σχίζγ), 
Κι* ό χιονόμαλος χειμών, και το ροδόπουν θέρος, 
ΚαΙ δλ' ας λέγουν «κειντ' εδώ και ή Πατρίς κι' ό £ρως»• 



ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΝ 



Σας χαιρετώ μαρμάριναι στοαι μοναστηρίου! 
Ερείπια οικήματος ήσυχου και αγίου! 
Ερημους ή πανσέληνος τους θόλους σου φωτίζει, 
Κι* δ νυκτικόραξ είς αυτούς την φωλεάν του κτίζει, 

Μέ κομπολόγια μακρά, με καλογήρου κόμην, 
Και μέ καρδίαν κλαίουσαν στους κόλπους σου "ίρχόμην, 
Νά ζήσω ρασοσκέπαστος μακράν τών επιγείων 
Αδιαλείπτου προσευχής και μετανοίας βίον. 

Είς τον ναόν σου σήμερον το πένθος βασιλεύει* 
Αι άγιαι εικόνες σου, τά ιερά σου σκεύη, 
Κ* οί κρυσταλλώδεις λύχνοι σου, ήρπάγησαν αθρόοι. 
Και την άγίαν τράπεζαν έκάλυψεν ή χλόη.* 



* Γνωβτά είναι τά Ιπι της πλειοψηφίας τής Αντιβασιλείας" το 
σχέδιον τής καταργήσεως Ιδόθη γραμματεύοντος του κ. Σ. Τρικούπη. 



— 92 — 

Τόν ζευγολάτΥίν (λοναχόν του όρθρου του ή ώρα 
Μετά στμάντρου δεν καλεί στο άροτρόν του τώρα* 
Τό ζεύγος του τ' άροτρικόν βιαίως ίιελύθη, 
ΚαΙ χείρας εύεργέτιϊας το έθνος έστερηθτι. 

, ά βιαιότγις άσεβτίς ! ω ίερο<5υλια ! 
Γυρώθησαν οί νάρθηκες, οΐ θόλοι, τα κελλεια, 
Και εις ττ,ς Μεταληψεως τίιν άργυράν φιάλνιν 
Μέθα ό κλέτ^της έφορος [ΐ' άναίδειαν μεγάλην. 

Είς την άναρπαγην αύτην ή Πίστις ϊειλιώσα, 
Αφίνει αναθήματα Αυτοκρατόρων τόσα, 
Κ' εκ της Ελλάδος Ιπταται στάς ούρανίους θύρας, 
Την Μ,ιτραν της βαστάζουσα σφιγμένην μέ τάς χείρας. 

Ω λόφοι άμπελόφυτοι ! ώ καρποφόροι γαϊαι Ι 
Τερπνά έρημηττίρια ! εΐρηνικαι έλαΐαι ! 
Δεν θέλετε φιλοξενεί τον όδοιπόρον πλέον, 
Τάς πόλεις, δταν παραιτών, προς σας προστρέχτ) κλαίων, 

Εις τον πλατύν ώκεανόν του βίου ναυαγνίσας, 
Κ' εις την έλλάδα, ησυχον άκτην μην άπανττίσας, 
Στάς κορυφάς •τοΐ> Αθωνος λιμένα θά ζητήσω, 
Κ' έκεϊ πλησίον τ' ουρανού την στέγην μου θά κτίσω. 

Σας αποχαιρετώ ναοί ! και σέ πατρίδος κλήρε ! 
Την πίστιν σου μη μίανε* τά ηθη σου μη φθείρε! 
Την γλώσσαν την Ελληνικην διαφυλάξας σωαν, 
Κληρονομίαν είς ήμας παρέδωκας πατρώαν. 



Ρ 



— 93 — 

Τον έθνικόν μας εσωσας προ χρόνων χαρακτήρα, 
ΚαΙ μέ το Εύαγγέλιον στην κολοβην σου χείρα, 
Τοΰ έθνους έπολέμησας προσφάτως τους τυράννους 
Κατ αγελών μαρτύρια, σταυρώσεις, και βασάνους. 



ΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ1 ΜΕΛΟΔΙΑΙ 



Γνωστούς ίχους δεν ακούω ; . . . άνωθεν εκ τών ορέων 
Φωνή τάφου καταβαίνει, και μέ λέγει «έλθέ πλέον' 
«Κάνεις πρόμαχος του έθνους, κάνεις φίλος σου δεν ζ^' 
»ΚαΙ άπέθανεν κ' ή Δόξα κ' ή ΕλπΙς ετι μαζύ* 

«Ολοι έκλιναν το γόνυ, 
»ΚαΙ νά μέντ) ελευθέρα ή ψυχή σου ζητεί μόνη ! 

Νέος ειμ', ακόμη νέος* πλην μ' έγηρασαν άκαίρως 
Κ' αι όδύναι της Πατρίδος και τά πάθη και ό έρως* 
ΚαΙ σβυνόμενος ό λύχνος της ζωής μου βαθμηδόν, 
Αμυδρώς μέ φέγγει μόνον την του τάφου μου όδόν. . . 
Ω ας κλείσωμεν τοΰ φθόνου το φαρμακευμένον στόμα 
Μέ του μνήματος τ6 χώμα. 

ΕΪν' ό θάνατος μεσάζων τών ανθρώπων δυνατός, 
Καταπαύει καΐ τόν φθόνον και τά πάθη μας αυτός, 



~ 94 — 

ΚαΙ γέννα την Εύσπλαχνίαν, ήτις τρυφερ' αδελφή, 

Με εικόνα κατ/,φη, 
Και πολλάκις |λέ καρΧίαν αληθώς συντετρΐ(Λ[Αέν7)ν, 
Προς την λάρνακα μας κλίνει κεφαλήν έκπεπλεγ^Λένην. 

Την λασχώΧη γην παρηλθον τίΐς ζωής, ως ίιαβάτης, 
Στεγνην δστις περνών λίρην, προς τά μέρη τα υγρά της 

Είς τους όνυχας πατεί, 
Και ως ναυς, ^^τις τό κύμα διασχίζει της θαλάσσης, 
Κ' εις την έπιφάνειάν της, κ' εις τάς άσπρας της εκτάσεις 

Να ύψόνεται ζητεϊ. 

β σεις εξω της Ελλάδος Ελληνες έσκορπισμένοι, 
Κ' ετι ζώντες παρ' άξίαν υπό δουλον ούρανόν ! 

Προς την γην μας έστρεμμένοι. 
Αποβλέπετε προς τούτον τόν Ελληνικόν φανόν* 
Ω υΙοΙ μιας μητέρας ! μ' ένθουσιασμόν μεγάλον 
Περιμένετε τ-^ιν ώραν ν' άσπασθίί ό είς τον άλλον. 

Από άκρων του Μαλέου μέχρις άκρων του Ευξείνου, 
Στό ευρύ κι' άρχαιον κράτος του μεγάλου Κωνσταντίνου, 
Ειθ' εύρύν να εΰρη τάφον καΐ ή θνησκουσά μου Μούσα Ι 
Κ' ή Κιθάρα μου, ως πάλαι ή κιθάρα του Ορφέως, 

Πόλεις καΐ λαούς κινούσα, 
Νά ηχηστ) μετά δόξης είς την γην των Θρακών έως ! 



ι 



ν 



95 — 



Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ 



Μεσάνυκτα έστίμαναν, καΐ είς την έκκλησίαν 
ί ^ λύχνος χύνει τρέμον φως καΐ λάμψιν άπαισίαν, 
>[ Και είς τά βάθη του βωμού τοΐ> κλαυΟμηρου κ' έρημου, 
'• Μοσχοβολει θυμίαμα λιβάνου νεκρώσιμου. 

ι Είς της νυκτός την σιωπην με τεθλιμμένας φρένας 
Προσεύχεται καΐ αγρυπνεί μεταξύ τάφων, ενας' 
Τις ειν' αυτός ; — ό ποιητής ό ζών χωρίς ελπίδα, 
ΚαΙ βαρυνθεις τον βίον του, και κλαίων την πατρίδα. 

Ι τό μέτωπόν του κατηφές, ως των μνημάτων λύχνος, 

(| Του εσωτερικού φωτός άφίνει έξω ίχνος* 
Ως τάφος στέκει άφωνος, καΐ τό μειδίαμα του 
Μειδίαμα είναι νεκρού, και γέλως του θανάτου. 

Αν πους εδώ συγγενικός τά ίχνη του ζητησνι 
^^" αΤί εγεινεν ό ποιητής» κάνεις αν έρωτησνι, 
Ας τόν είπτ, ό ιερεύς της εκκλησίας ταύτης. 
Λιμένα ηυρ' εδώ γλυκύν ό ναυαγησας ναύτης. 

Πολλάκις υπό την σκιάν της υψηλής φιλύρας 
Την μελωδίαν έχυνε της κλαυθμηρας του λύρας. 
Και θνησκων πανηγύριζε την θνησκουσαν πατρίδα* 
2ΐτό δένδρον της αγάπης του χθες δμως δεν τόν είδα. 



— 96 — 

Και σήμερον του οΐ'κου του τάς θΰρας άνοιγμένας 
Τάς εύρον... ίς' είδα νεκρικάς λαμπάδας αναμμένα;• 

Τον έφεραν είς τόν ναόν με λύχης βρα5υ βτ,μα- 
Πλησίασε καΐ χύτταξε τΐ έγραψαν στο μνήμα* 

^ «Ενταύθα κείται ύπ' αυτόν τόν ένα της γης χηχυν 
«Αγνώριστος τις ποιητής στην δόξαν κ' εις τήν τύχην' 
«Αμαρτωλών καΐ ασθενή καρδίαν ει/εν ίσως, 
»Πλήν δέν έγνώρισε ποτέ τόν φθόνον καΐ τί> μίσος. 

^»Από τήν πλέον τρυφεράν κι' άθώαν ήλικίαν 
»Αγνόν συνέλαβ' έρωτα προς την Ελευθερίαν, 
»ΚαΙ είς την γην να τήν ίδ-^ οπόταν άπελπι'σθη, 
«Εστράφη προς τόν ούρανόν, κ' εκεί έλιμενίσθη.» 



Λ 



ί 



•/ 



— 97 — 



νεκρικός διααογος 



ΠΕΡΙΚΛΗΣ, ΠΛΑΤΩΝ, ΙΩΑΝ. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ, ΧΑΡΩΝ καΐ 6 

ΝΕΟΣΤΡΑΤΟΣ νεόφερτος άπό την Ελλάδα νεκρός• 

ΠΛΑΤΩΝ. 

Είς άκανθας και είς βάτους, είς σκιάς κυπαρισσινους. 
Κυβερνήτα της Ελλάδος! στέκεις σκυθρωπός καΐ σύννους, 



Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. 



Είς κρημνούς κατεόικάσθην άπό σας μακράν νά μένω. 
Της Ελλάδος εδώ νέα στέκομαι καΐ περιμένω. 

ΠΛΑΤΩΝ. 

Τα σχολεία της Ελλάδος διά Σκυθικούς σου λόγους 
£κλεισας είς τους εύγλωττους κ' εύφραδείς μ.ου διάλογους, 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ. 
Αλυσόδετον άφηκας την Μητρόπολιν των φώτων, 
ΚαΙ τόν μέγαν Παρθενώνα δταν είδες κατά πρώτον, 
«Ω μωρία τών αιώνων έκραξες μ' άβελτηρίαν, 

»Νά προσφέρωσιν είς πέτρας τόσην ενθερμον λατρείαν». 

ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. 

Αύναμιν εδώ δέν ε^^ουν βλέπω ή Ρητορική 

Και ή Διπλωματική* 
Σιωπώ* του Χάρωνός μας τό μονόξυλον αράζει, 
Στην άνθόστρωττίν μας οχθην νεκρόν Ελληνα έβγάζει' 
Θα πεισθήτε σοφοί άνδρες άπό τόν νεκρόν βεβαίως, 
πόσον νίμουν είς τάς τύχας της Ελλάδος αναγκαίος. 

(Φωνάζων προς τόν Χέρωνα). 

7 



— 98 — 

Κωπηλάτη του θανάτου ! πεζοδρόμε των ψυχών ! 
Στην Ελλάδα έπεσκέφΟης τα πείια των μανών • 
Οι μεγάλοι Ελληνες μας άπεοημωσαν κάμμίαν 

Νέαν πάλιν έπαρν{αν ; 
ΧΑΡΩΝ. 
•Είς τους ζώντας τί συμβαίνει πολυποίκιλε θνητέ, 
Ούτε θέλω ερευνήσει, ^^ΰτ' ερεύνησα ποτέ' 
Θέλεις νέα της Ελλάδος ; άποτάνσου στον νεκρόν μου* 
όταν όμως σύ έμβηκες στο στενόν σκαφίδιόν μου, 
Χαρτονόμισμα έζητεις να με δώστ.ς πληρωμ-ζίν 
Κι' αυτός μ' ε^δωκεν ώραι'αν της Ελλάδος του Δραχμιίν. 

(Την ρίπτει πρΌς τδν Περιχλέα χα\ Πλάτωνα χαΐ άναχωρεΓ 

κωπηλατών) . 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ, βλέπων το νόμισμα, καΐ άναγινώσκων. 
^ ΟθβΝ Βαςιδεγς Εαααδος ! Μοναρχεϊται ή Ελλάς μου ! 
Ω θεοί ι έκπληρουμένας βλέπω τώρα τάς εύχάς μου. 
Είς πολλάς όχλοκρατείας άν δέν ήτον μελισμένη, 
Ελευθέρα μέχρι τοΟδε ή Ελλάς ίθελε μένει. 

Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΧίχΟ' εαυτόν. 
Μ' έχασες Μαυρομιχάλη !... ποίας άμοιβάς μεγάλας, 
Ποίαν άντιβασιλείαν έστερηθηκα ό τάλας.'. 

ΠΛΑΤΩΝ, λαμβάνων το νόμισμα άπο τον Περιχλήν. 

Δραχμ-;) νόμισμα Ελλάδος όνομα Ελληνικόν Ι 
Οίωνός^ καλός ή λέξις!.... ανδρός νέου ή είκών;.... 
Κέος είναι ό Μονάρχης ; νέηλυ νεκρέ' εϊπέ μας, 
Αρετής δέν έχει άνδρα σύμβουλόν του ; λάλησε μας 
Ποίαν έλαβε πατρίδα; 



ί 



— 99 — 

ΝΕΟΣΤΡΑΤΟΣ. 
Ελαβε την Γερμανίαν• 
Οπου τα συγγράμματα σου απολαύουν τιμήν θείαν' 
ή αγαπητή σου πόλις αι τρισένδοξοι Αθήναι 
Ω Περίκλεις, εις βαρβάρων ζυγόν έπαυσεν να ηναι' 
κάθε άστυ και χωρίον τό άρχαϊον ό'νομά του 

ής στολην χρυσήν λαμβάνει, 
ΚαΙ ό κόσμος ό αρχαίος άπό τα ερείπια του 

Και γεννάται και αυξάνει. 

Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. 

Στην Ελλάδα μ' ενθυμούνται ; την άληθειαν είπε με. 

ΝΕΟΣΤΡΑΤΟΣ. 

Αν σέ τ•?ιν ειπώ καΐ είναι τολμηρά, συγχώρησε με' 
Ενθυμούνται μίαν μίαν τάς κομψάς σου πονηρίας 
ΚαΙ τάς διπλό «χατικάς σου γελοιώδεις κωμωδίας. 
ΠΕΡΙΚΛΗΣ, προς τον Ι. Καποδίστ^ιαν. 
Κτίριον έπι της άμμου ώκοδόμησας εις μάτην. 

ΠΛΑΤΩΝ. 
Βλέπεις τώρα του νοός σου την θανάσιμον άπάτην. 

Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. 

Τα ψηφίσματα μου έχω! σοφοί άνδρες, εις τάς χείρας, 
Είναι δλα γεγραμμένα είς γνωστούς σας χαρακτήρας, 
ΔιατΙ με αδικείτε ; αναγνώσετε τα πρώτα* 
Αριθμός τρεις χιλιάδες• πόσοι νόμοι ! πόσα φώτα ! 
Τϊαι μά τους εν Θερμοπύλαις, ναι μα τους είς Μαραθώνας 
Ναι μά τους εν Σαλαμϊνι αθανάτους σας αγώνας ! 
Είς τους Ελληνας να φέρω ηθελ' άμετρα καλά. . . 

αλλά. . • 



— 100 — 



— ιοί — 



Αθελα νορ,οθεσίαν εις τους Ελληνας άπλην• • . 

πλγ,ν. • • 
Τα μεγάλα σχέ$ιά (Λου... ή αίφνη^ιος θανή μου. • . 
Μ' έμπερδεύεται η γλώσσα χαΐ νεχρουται ή φωνή μου. 

ΠΒΡ1ΚΑΗΣ. 

Καποδίστρια ! μεγάλγι των Ελλτίνων εϊν* ή φύσις• 
Πλην της φλογέρας ψυχής των τον κρατήρα να γνωρίσιρς 

Μόνος συ δέν έδυνηθης, 
ΚαΙ άπαταιών του κόσμου, στην Ελλάδα ηπατηθης. 
2τάς Αθήνας, μη δέν ήμουν παντοδύναμος επίσης ; 
Πλην συνείθιζα να λέγω α Περικλή μή λησμονηστρς 
ότι αρχηγός ανθρώπων μεγαλοφυών υπάρχεις, 
δτι έθνους φιλότιμου και φιλελευθέρου άρχεις»* 
Δέν έδέσμευσα τάς γλώσσας, τυραννίσκος 5έν έφάνην 
Εις τον κωμφδησαντά με τον κομψόν Αριστοφάνην' 
Θειε Πλάτων! ένθυμεΐσαι ό φιλόσοφος σου γέρων 
Πόσον άξιον μ' έφρόνει αισθημάτων ελευθέρων* 
Ηρχετο στης Ασπασίας τόν σοφόν γυναικωνίτην, 
ΚαΙ τόν Περικλήν καθίστα μαθητιίν του και πολίτην. 

ΠΑΑΤί^Ν 

Με ανακαλείς ημέρας τής Ελλάδος μακάριας, 
Κ' ένθυμτίσείς τής ζωής μου τερψικάρδους και γλυκείας* 
Μ' ενθυμίζεις τόν Σωκράτην, δταν εις την άγοράν 
Εξετύλιττε τών θείων ιδεών του την σειράν* 
Εκ τών λόφων του Σουνίου βλέπων τόν ώκεανόν, 
Και τής Αττικής μου χαίρων τόν ωραίο ν ούρανόν, 
Εμελέτησα ζών μόνος τάς μεγάλας και ωραίας 
Περί φύσε&)ς και πλαστού καΐ περί ψυχής ιδέας. 



/ 



/ 



Ι.ΚΑΠΟΑΙΣΤΡΙΑΣ,χαθ' Ια«τ($ν. 

Οι μεγάλοι ούτοι άνδρες λέγουν λόγους ό καθείς 
Και μεγάλους κ' αληθείς* 
Μεταμέλεια βραδεία ! ήμουν άξιος πραγμάτων 

ΚαΙ μεγάλων κι' αθανάτων !... (φεύγει.) 

ΠΑΑΤΩΝ. 

Από λύπης νέφος είναι ό άνήρ κεκαλυμμένος 
Οίκτου άξιον τόν κρίνω* φεύγει σύννους κ' εσκεμμένος. , 
ΠΕΡΙΚΑΗΣ, προς τον Νεόστρβτον. 

6 Ελλάς καΐ τώρα είναι ως τό πάλαι λαμπρά χώρα ; 
Τήν άρχαίαν εκτασίν της διεφύλαξε καΐ τώρα ; 
Περιέχει την μεγάλην Ηπειρον καΐ Θεσσαλίαν, 
Κρ-Λτην, Ρόδον, Κύπρον, Χίον, την παράλιον Ασίαν, 
ΚαΙ την Κέρκυραν μέ πέντε άδελφάς της νήσους άλλας, 
ΚαΙ Θρακών και Μακεδόνων κ' Ιταλών χώρας μεγάλας ; 
Τήν γήν έχει ως τό πάλαι πληθυσμένην μ' αποικίας 
Εκ τών άκρων του Ευξείνου μέχρις άκρων τής Λιβύας ; 
Οίκημέναι εϊν' ως πρώτον αί αμέτρητοι της πόλεις ; 
Χιλιάδας πόσας τρέφει ; 

ΝΕΟΣΤΡΑΤΟΣ. 

Εννεακοσίας μόλις. 

ΗΕΡΙΕΛΗΣ. 

Εννεακοσίας ; παίζεις ! έπΙ τών λαμπρών της χρόνων 
Επτακόσιαι κατώκουν εις τήν Αττικήν μου μόνον, 
Κ' εις τάς χώρας τής Ελλάδος τάς μεγάλας καΐ πλουσίας, 
Μυριάδες άριθμοΰντο υπέρ τάς όκτακοσίας. 

ΠΑΑΤΔΝ• 

Χιλιάδας πόσας έχει στρατευμάτων ή Ελλάς ; 



— 102 — 

ΝΕΟΣΤΡΑΤΟΓ. 

Ψεύ$0|Λαι άν ειπώ ττέντε' ψι\ώ ύπερβολάς. 

ΠΛΑΤΩΝ. 

ΑΙ Αθήναι είχαν μόνον πεζικού τρεις μυριάϊας 
Κ' ιππείς 5έκα χιλιάδας" 
Και ή Σπάρτη με τάς Θήβας, δταν εις ττ.ς Μαντινείας 

Απγινττίθγκιαν τάς θύρας, 
Εβ5ομηκοντα των ήλθαν χιλιάδες είς τάς χείρας* 
Χιλιάδας στρατού εϊχεν ή Ελλάς διαχοσίας. 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ. 

Πόσας έχετε τριτίρεις ; 

ΝΕΟΣΤΡΑΤΟΣ. 

ΕίΛοσι, σαθράς λαΐ ταύτας. 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ. 

Αντί των οκτακοσίων ! άθλιότης ! πο'σους ναύτας ; 

ΝΕΟΣΤΡΑΤΟΣ. 

Είς την τδραν ναύτην νέον κάνεις τώρα δέν ευρίσκει ; 
ΚαΙ αν άλλοτε άπηντα ναυτών μίαν μυριάδα 

Είς τους βράχους της καθείς* 
Παρομοίως μέ γυναίκα, ήτις τίκτει κ' αποθνήσκει, 
Γέννησεν ή νήσος Υδρα μέγα βρέφος την Ελλάδα, 

ΚαΙ άπέθανεν ευθύς. 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ. 

Ελληνας μεγάλους Ιχει γύρω του ό Βασιλεύς σας; 

ΝΕΟΣΤΡΑΤΟΣ. 

Δέν θά εΰρ/1 και καθ' δλην την Ελλάδα ταξειδεύσας 
Παρ' ολίγους ταλαίπωρους και αύτους δι•/ιρημένους, 
Κ' είς τά πάθη δεδομένους. 



ι 



ι 

ι 

{ 



!ΐ 



— 103 — 

ΠΛΑΤΏΝ. 

Στους καιρούς μου πόσοι άνδρες δόξης Ιχυναν ακτίνας ! 
Κίμων και Αλκιβιάδης, , Περικλής είς τάς Αθήνας! 
Αγισίλαος στην Σπάρτην ! στον Ισθμόν ό Τιμολέων, 
Σι' 6 σοφός Επαμινώνδας είς τά τείχη τών Θηβαίων ! 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ. 

Δυστυχία ! καλών τέκνων ή Ελλάς νά ηναι στείρα ! 

ΝΕΟΣΤΡΑΤΟΣ. 

πέθαναν οι ηρωές της, καΐ ηρώων είναι χήρα* 
Σεβασθητε, θεϊοι άνδρες Ι τους πολεμικούς υιούς σας. 
ϊλην έδωκαν εκείνοι αίωνίαν είς τάς Μούσας* 
Κίνησαν τάς τρεις αιώνας ακίνητους των ρομφαίας, 
Ανεκάλεσαν τάς νίκας τάς λαμπράς σας καΐ αρχαίας, 
Κ' έξηφάνισαν τριήρεις έχθρικάς διακοσίας, 
Και βαρβάρων χιλιάδας υπέρ τάς τριακοσίας* 
ΚαΙ ό Βότσαρτίς των δταν πίπτη, αλλά θριαμβεύγ, 
Χαίρεται ό Λεωνίδας, πλην την δόξαν του ζηλεύει. 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ. 

έχετε Ακαδημίας ; 

ΝΕΟΣΤΡΑΤΟΣ. 
Αθλιότης ! ουδέ μίαν. 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ. 

Αι πίκρα ί σου αποκρίσεις λύπην προξενούν βαθεϊαν. 

ΠΛΑΤΩΝ. 

Ω του ευτυχούς μου βίου έποχη τρισμακαρία, 
Οτε ηνθει στάς Αθήνας ή σοφη Ακαδημία ! 
Τά μικρά καΐ σπινθοβόλα ομματά του πρόσηλόνων 
ό Αριστοτέλης νέος, μ' έβλεπε προσεκτικώς* 



— 104 — 

Μυ) φειίόμενος ίίρώτων και μελέττ,ς και αγώνων, 

ό βραδύνους Ξενοκράτης |α' ηκολούθγ) τακτικώς• 

Μέ ψελίζουσαν ττ,ν γλώσσαν κάΙ τους ώμους του κινών 

Μ' ίκουεν ό Δγ.μοσθέννις• 
ΚαΙ τον γέλωτα μ' άπέσττα τους θριάμβους μου φθόνων 

ό άγροϊκος Διογένης* 
Είς τον οϊκόν μου κατώκει ό έκ Συρακούσης Δ^ων' 
Εβλεπα τόν Ξενοφώντα τόν Αρίστιππο ν συχνάκις, 
Και τόν φιλον ίπποκράτην, τόν Θε^πομπον τον Χιον, 
Και τόν Εφορον έκάλουν είς τά δείπνα μου πολλάκις. 

ΝΕΟΣΤΡΑΤΟΣ. 

Ησαν, πέρασαν εκείνα* η ενθύμησες των μένει, 
Και παρήλθε του ωραίου η μεγάλη έποχη• 
ό Ελλάς υπάρχει Πλάτων ! πλην το σώμα διαμένει 

Και δεν είναι ή ψυν•>{, 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ. 

Τάχα σώζονται ακόμη τόσ' ιδρώτες καΐ αγώνες 
Τ6σα έργα τών χειρών σας ώ Φειδία κι' Απελλή ! 
Τ6σ' αγάλματα ωραία τόσαι θαυμασταΐ εικόνες, 
Του μεγάλου παρελθόντος μάρτυρες σιωπηλοί ; 

ΝΕΟΣΤΡΑΤΟΣ. 
£κ τών αγαλμάτων άλλα κείτονται συντετριμμένα, 
Εις Αρκτώων εθνών άλλα στοάς μένουν κεκρυμμένα' 
ΙταλΙς, του Πραξιτέλους εγινεν ή Αφροδίτη*• 
ό Απόλλων του είς Βιένναν δέσμιος λυσσά και φρίττει^ 
Κ' οι Κορίνθιοι σας ιπποι^ τύχας έπαθαν παντοίας 

Και πολλάς όδοιποοίας, 



Ι 



/ 



— 105 — 

όπαδοΙ της νίκης είδαν αιχμαλώτους εαυτούς 

Εις Ρωμαίους, είς Γαλλάτας καΐ είς δούλους Βενετούς. 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ. 

Ποία κίνησις τό πάλαι προς την δόξαν προς τά φώτα ! 
Που ή δόξα σας ή πρώτη ; Που τά φωτά σας τά πρώτα; 
Ενθυμούμαι τόν Αίσχύλον είς πτωμάτων δταν στίβας 

Ομηρος της τραγωδίας, 
Αναβαίνοντας παρίστα μέ βροντάς και τρικυμίας 
Γίγαντας ασπιδοφόρους τους επτά του έπΙ Θήβας* 
Είς την μνήμην μου βαθέως έγκεχαραγμέναι είναι 

Αι πολύκροτοι Αθήναι, 
Οταν προς τάς αγοράς μας βήμα ηνοιγα δρομαϊον 
ΚαΙ διέβαινα τους δρόμους τών μεγάλων ποοπυλαίων, 
Κ' έτρεχα μετά ζωγράφων και γλυπτών κι' αρχιτεκτόνων 
Προς καλλωπισμόν Ωδείων και Πνυκών και Παρθενώνων, 
ΚαΙ μετέβαλλον είς στηλας, είς στοάς και είς εικόνας 

όσον είς τους Μαραθώνας, 
όσον είς τάς Θερμοπύλας έκ τών Μηδων και Περσών 
Ηρπασαν οΐ Μιλτιάδαι κ' οι Θεμιστοκλεις χρυσόν* 
έτρεχαν είς την παλαίστραν μέ βο•}ιν και λάμψιν τότε 

ΠελτασταΙ, ιππεϊς, τοξόται* 
Περιφέρετο τό πλήθος, στ*/ίς Ποικίλης τάς στοάς, 
Κ' οι σοφοί έφιλοσόφουν είς τών δένδρων τάς σκιάς* 
Εκατόν τριήρεις ήσαν φύλακες του Πειραιώς* 
Είς διακοσίας άλλας ώδοιπόρει ό λαός. 

ΠΛΑΤΩΝ. 

Αν έδύνατο στην γην σας ή σκιά μου νά πετάξν). 
Προς τους Υπουργούς του Θρόνου ίθελε μετ όργης κράξει 



. Γ 



— 106 — 



Αφετε τά (Αίκρά πάθγι, τάς ματαίας ερι5άς σας* 
Αθλιοι συλλογισθητε τ' ητον πάλαι ή Ε λάς σας* 
Δεν {χέ λέγετε που είναι οί αρχαίοι σας αιώνες ; 
Οι ώραΐοί σας που είναι Όλυμπιακοι αγώνες ; 

Που τά Παναθ/,ναιά σας, 
ΑΙ {Λεγάλαι τελεται σας, τά {Λεγάλα θέατρα σας ; 
Που εικόνες, κι' ανδριάντες, που βω(ΛθΙ, και που τε[Αένη ; 
Κάθε πόλις, κάθε δάσος, καΐ καθείς ναός πρ6 πάντων, 

Ησαν πάλαι πλ7ΐθυσ[λένοι 
Με όμ'/ίγυριν σιγώσαν μιαρ{Λαρινων ανδριάντων* 
Τους βωμούς σας ξένα έθνη στόλιζαν με προσφοράς, 

Με χρυσούς ό Γύγης πίθους, 
Και ό Κροίσος με κρατήρας καΐ μέ πλάκας αργυράς 

ΚαΙ μέ πολύτιμους λίθους* 
Ηνοιγε των Ολυμπίων ή ένδοξοτάτνι πάλγ), 
Ερρεεν εις τον αγώνα λαοΰ χείμαρρος πολύς, 
Και κατέβαιναν εις τούτον άθληταΐ οι βασιλείς, 
ό ίέρων καΐ ό Γέλων και ό Φίλιππος και άλλοι 
Εις Ελλήνων χιλιάδας τεσσαράκοντα έκθαμβους 
Ο Ηροόοτος παριστά σττιν κομψην του Ιστορίαν 

Τους προσφάτους των θριάμβους. 
Ηκουεν ό Θουκυδίδης την ώραίαν άοαονίαν 

Της πεζής ποίησε ώς του. 
Και ηλείφετο εις πάλην ένδοξος αντίζηλος του, 

ΝΕΟΣΤΡΑΤΟΣ. 

Επεσεν ή κοσμοκράτωρ Ρώμη... πλην δεν άνεστη'θη' 
Η Ελλάς, ώ κλέος! μόνη πέθανε κι' άνεγεννηθη' 



— 107 — 

Προς τ•/ιν αΰξησιν κρυφίαν κίνησιν και τάσιν έχει, 

ΚαΙ άκίνητ' ενώ μένουν άλλαι χώραι, αύτη τρέχει* 

Θ' άναλάβγ, σοφοί άνδρες ! τον βαθμόν της τον άρχαϊον, 

Προπορευόμενη πάλιν εις παν μέγα και ώραϊον' 

Οί ερχόμενοι αιώνες θά ίδοϋν τους παρελθόντας, 

Και οΐ πρόγονοι εκ νέου θ' αναγεννηθούν στους ζώντας. 



ΠΡΟΣ ΤΗΝ Α. Μ. ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 

ΟΘΩΝΑ 

Κατά την 20 Μαίου ήμέραν της αναβάσεως του ε'ς τον θρόνον 

ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. 



Οφθαλμοί ψυχαι και νόες την στιγμήν αυτήν Σε μόνον. 
Καρδιών χαραι κ' ελπίδες, τον λαμπρόν Σου τώρα Θρόνον 

Βασιλευ ! περιστοιχουν. 
πόσον άξιαι Μονάρχου μουσικαι και μελωδίαι, 
Τών ευχών αυτών του έθνους αΐ ώραϊαι άρμονίαι, 

Οσα ι γύρω σου ήχου ν ! 



Χαίρε όθων Ι χαίρε τέκνον ευτυχές της ειμαρμένης ! 
Χαίρε Βασιλευ Ελλάδος, Βασιλευ της οικουμένης 

Ενδοξε και παλαιέ ! 
Ποια χεΙρ στα σπάργανα Σου ώς της κεφαλής Σου δέμα 
Τής άρχαιτάτης χώρας Σ' έθεσε το λαμπρόν στέμμα 

Ω του Δαναοΰ Τίέ ! 



— 108 — 

Ποιος άλλος, λαοΰ άρχει τίσον ευγενούς κι' αρχαίου ; 
Οστις ίντλησε τό πάλαι, του μεγάλου και ωραίου 

Κ' εξαισίου την πηγιίν ; 
Κ' έχ της τέφρας των οστών του άνεστηθη γίγας πάλιν 
ΚαΙ εις σάλον επτά ετη, καΐ εις εκστασιν μεγάλην 
όλην έφερε την γην ; 

Εκ της ώρας δτ* έφάνης εις την γην μας κατά πρώτον, 
£ίς των πλοίων της Ναυπλίας καΐ την φλόγα καΐ τάν κρότον 

Βασιλεύς μας άληθι?ις, 
Κ' εις χρυσοχαλίνου 'ίππου κυματιζομένην χαίτην, 
Η Ελλάς δλη. Σωτήρα, Κύριον καΐ Θεσμοθέτην 

Σ' άνεγνώρισεν ευθύς. 

Τ' δνομά Σου ομονοίας σύνθημα εις την έλλάϊα' 
2* ή σκιά σου εν είρηνγι τό βουνόν, την πε5ιά5α 

Και το πέλαγος κρατεί. 
Είθε πάντοτε ό Ελλην Σε ύμνων καΐ τόν Θεόν του. 
Ησυχος τήν δίκελάν του, κ' ήσυχος τό άροτρόν του 

Στον άγρόν του νά ζητη ! 



Την άνάβασίν σου ταύτην ΒασιλεΟ ! πολλαΐ θυσίαι 
Και πολλών ετών αγώνες, και σφαγαΐ, κ' αίχμαλωσίαι 

Προετοίμασαν όμου. 
Τά Ψαρά και ή Κασσάνδρα, και ή Κρήτη και ή Χίος 
Κείνται θύματα εμπρός Σου αίματοχαροΟς ισχύος 
ΚαΙ άνιλεους θυμού. 



— 109 — 

Η Ελλάς στά αϊματά της έπαναβαπτίσθη πάλιν 
Εις αυτήν την κολυμβηθραν την πλατεΐαν καΐ μεγάλην 
Του λευκού ωκεανού, 
Κι' ό καπνός των καιομένων πόλεων μας, αυτός μόνος 
Εσχημάτισε τά νέφη, εν τω μέσω του αγώνος, 
Του Ελληνικ' ουρανού. 

πόσον τότε εις τάς μάχας ήτον μέγας καΐ ωραίος, 
Μέ τήν άσπρην κι' ώραίαν φουστανέλαν ό γενναίος 

Της πατρίδος μας λαός ! 
Ολυμπος κεκαλυμμένος από την λευκήν χιόνα, 
Κ εις τους πόδας του άκούων νά γογγύζτι τόν χειμώνα 

Και τά νέφη του Διός ! 

Τών Οθωμανών τά πλοϊα εις φυγ•}ιν ετρεπεν δλα. 
Και ως πορφυράν σημαίαν εις την πρύμνην των έκόλλα 

Ο Κανάρης την πυράν. 
Και εις τοΰ Αγηνορίου την λαμπράν νίκην έκείνην, 
Ο Νικτίτας τοΰ Χουρσίτου κατεπάτει την κοκκίνην 

ΚαΙ τριπλην άλογουράν*. 

Τών εχθρών τάς πυκνάς βόμβας εις το Μεσολόγγι τότε, 
Φλογέρας πριν έκραγώσιν, άρπαζαν οι στρατιώται, 

Κ' είς τήν εσχατην στιγμήν. 
Στην πυριτοθηκην δταν μόνοι έφεραν τήν φλόγα. 
Του θανάτου των τήν ώραν ό Αρχιερευς ευλόγα, 
Κι' αύτοι εψαλλον «Αμήν». 
^ Ιο Ιουρχισχι τρία Ιούγ^α. 



— 110 — 

Λησμονούνται αύτοΙ τώρα οί θεοί της ιστορίας, 
Και ώς άστρα σκορπισμένα εις αιθέρος έρημίας 

Ζώσιν δλοι κατηφείς. 
Από τ' άγια μας ταΰτα λείψανα περιχυκλώσου 
ΚαΙ τοΰ σκήπτρου σου χρυσίον και του διαδήματος σου 

Εϊνοι λίθοι τιμαλφείς. 

Αλλ' εις τα μνημεία ταΰτα Βασιλεΰ ! στρέψε το όμμα 
Εις της παλαιάς Ελλάδος τα ριμμένα εις το χώμα 

Κ' έλλειπη αυτά όστα. 
Καθείς λίθος μιας νίκης, μιας πράξεως ωραίας 
Ενός λόγου καρποφόρου, μιας υψηλής ιδέας 

Την ένθύμησιν βαστά. 

Η όρθη αύτη καθέδρα μέ τους γύρω τούτους λίθους, 
Είν' ή Πνύξ. . . του Δημοσθένους Οά έφύλαξεν εκ στήθους 

Εύγλωττίας ηχηράς, 
Κι' αύτ' η θάλασσα ή γύρω, ήτις τώρα κυματίζει. 
Θάλασσα της Σαλαμίνος, στην άκτην μας ψιθυρίζει 

Αναμνήσεις Ιεράς. 

Εδώ επαιζεν Αισχύλος τάς λαμπράς του τραγωδίας" 
Εκεί Ζεύξις έζωγράφει, κ' έλιθόγλυφε Φειδίας 

Ανδριάντας θαυμαστούς. 
Γερμανοί, Γαλλάται, Αγγλοι, έθνη άναρίθμητ' άλλα 
Βρέφη, έχουν θηλασμένον της σοφίας των το γάλα 
2της Ελλάδος τους μαστούς. 



Ι 



— 111 — 

Στης Ακαδημίας τώρα τους αρχαίους περιπάτους, 
Περιφέρεται σιγώσα κ' εσκεμμένη του Σωκράτους 

Η φιλόσοφος σκιά. 
Την Ελλάδα γυμνήν φώτων, πλην από αύτης τά δώρα 
Εθνη βάρβαρα τό πάλαι, θεωρεί πλούσια τοίρα, 

Και θρηνεί κ' έρυθρια. 

ΚαΙ ό Σόλων Σέ φωνάζει «χαϊρε Βασιλευ Ελλήνων ! 
Αναβαίνων εις τόν Θρόνον αύξησε τους μετ' εκείνων 

Αιωνίους σου δεσμούς. 
ής άνταμοιβην της τόσης αρετής του καΐ ανδρείας 
Εις ελεύθερον δός έθνος, ελευθέρας πολιτείας 

Και ίσότητος θεσμούς, 

Τόν προορισμόν Μονάρχα ! γνώρισε τοϋ έθνους τούτου, 
Βάθυνε εις του Κυρίου τάς βουλάς, και του σκοπού του 

Γένε Συ ό Υπουργός. 
Δια φωτισμόν της όλης κοινωνίας τών ανθρώπων, 
Τήν Ελλάδα, τών μακάρων έπλασεν αυτόν τόν τόπον 

Ο σοφός Δημιουργός. 

Δια τοΟτο κι' αύτη πρώτη τ' άντρα της μέ τά θηρία, 
Μετεμόρφωσεν εις πόλεις, και τά δάση της εις πλοϊα, 

ΚαΙ εις τόν ωκεανό ν 
Θηρευσε και την πορφύραν, και τόν άσπρον μαργαρίτην, 
Κ εκατόν έφώτισ' έθνη, και έλαβε τόν διαβητην 

Και αυτών τών ουρανών. 



1 . 



— 112 — 

Πλίν ό νίλιος τα κρύα βτίματά του περιστρέφων 
Εις ορίζοντα παχνώίγ) (χεταξύ θολών σύννεφων, 

Αριαυρουται βαθ(χ•/ιδόν. 
Κ' ή έλλάς [Αετά βαρβάρων συμμιγεισα λαών άλλων, 
ίχασε το φώς της δλον, εις αυτόν τόν μέγαν σάλον ' 
Μόνη Αίχως όπαίόν. 



— 113 — 



ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ 



ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΣΠΑΡΤΗΣ. 



Σήμερον από τον τάφον ανεγείρει την Ελλάδα 
ό Θεός. . . κ' εις αυτήν ίι'ίει τήν άρχαίαν της λαμπάία 

Και την λέγει «στρέψ' έκεΐ 
«Οπου εκατόν αίώνων άπεζώωσε ίουλεία 
»Τόσα εΟνη τυφλά ετι, έκει δπου ή Ασία 

«Συνθρηνεΐ κ' ή Αφρικτί». 

δ|Λθΐος μέ την Ελλάδα ποταμός εκ των ορέων 
Καταβαίνει χύνων ρεύμα μαργαρίτινον ώραϊον. 

Αλλά βράχον άπαντα, . . 
ϊσταται. . . και μετ' αγώνας εις τήν πεδιάδα φθάνων 
Αφθονος εκ νέου ρέει εν τω μέσω τών πλατάνων, 
Και κοχλάζει και βροντά. 



Κύλλα, της Σπάρτης ποταμέ ! τα ρεύματα σου κύλλα* 
Εις τόν άφρόν σου τα ωχρά και μαραμένα φύλλα 

Του κρύου φθινοπώρου, 
Μέ σιωπήν ακολουθούν το βροντερό ν σου κύμα. 
Καθώς αυτά, σ' ακολουθώ σιωπηλός, μέ βήμα 

Θρηνουντος οδοιπόρου. 

Που ειν' Ευρώτα ! οΐ καιροί έκείν' οι δοξασμένοι, 
ής κύκνος, δταν επαιζεν ή θαυμαστή Ελένη 

Στά κρύσταλα νερά σου, 
ΚαΙ μέ τόν Αγησίλαον ό ή'ρως ό Θ^^βαϊος 
Οπόταν ήγωνίζετο ακούραστος, δρομαϊος 

ήσαν τά ρεύματα σου ; 



Ηχώ αρχαία δέν λαλεϊ τήν σν^μερον κάμμία, 
Κατηφεια και σιωπή και θλίψις κ' έρημία 

Τήν ό'χθην σου κατέχει. 
Και άλλο δέν ακούεται παρά τών καλαμώνων 
ό συριγμός... και ή βοή του κύματος σου μόνον, 

όπου βροντά καΐ τρέχει. 

δ 



— 114 — 

Νά του Λυκούργου ή πατρίς, ή γη των αθανάτων, 
Η γη μεγάλων πράξεων, μεγάλων ονομάτων! 

Ω της Πελοποννήσου 
Βασίλισσα! η Σπάρτη μου!... σ' ασπάζομαι μέ σέβας, 
Κ' έγγίζουσα τους πό5ας μου μέ πυρπολεί τάς φλέβας 

ή γ•/ιραλέα γη σου. 



Θρηνώδης θέα!... σκέλεθρον της γης η πρώτη χώρα. 
ΚαΙ εις τό κενοτάφιον του Λεωνώου τώοα 

ΜανΧρίζονται οί βόες! 
Του Κλεομένους, σπηλαιον, η άχυρων ό οικος' 
Και τα θηρία κατοικούν ή λέαινα, ό λύκος. 

Οπου οι πρώτοι ν6ες ! 



Που είναι, Σπάρτη παλαιά ! που εϊν ό Λεωνίδας, 
Ο μέγας Αγησίλαος ό άτρομος Βρασίδας, 

Οί έφοροι, ό δήμος, 
ΚαΙ της παλαίστρας αί φωναι, οπού γυμναι παρθένοι, 
Πλην κάθε μία μ' ένδυμα αίδοΟς κεκαλυμμένη 

Επαλευαν εύσχημως;... 



Τί άκουσα; ποία φωνή ως γογγυσμός θαλάσσης 
Εις της έρημου μας νυκτός κυλλάται τάς εκτάσεις! 

Τί φάντασμα μεγάλον 

Μέ τέφραν εις την κεφαλήν, μέ δρέπανον στάς χείρας 
Στης Χαλκιοίκου Αθήνας Οψόνεται τάς θύρας, 

ίίς πυραμις κοκκάλωνί... 



"■ΐΐί,ι'ιι; .., — .. 



\Μ1]ίΓί,Λψ 



— 115 — 

Μ' ώχρόν Σελήνης πρόσωπον ό Δαίμων των [ΐνημείων 
Μέ λέγει κλαίων* » Εις αυτήν την γην των ερειπίων 

3)Λέν δύναμαι νά μένω. 
))Τά μνήματα εγείρονται των Αθηνών της Σπάρτης, 
«Αναγενναται ή Ελλάς* του αίσχους μου ό μάρτυς 

Δέν δύναμαι νά γένω. 

Κ' ερχόμενος πλησίον μου, και σείων με μέ κρύαν, 
Μέ σκελετώδη δεξιάν κΐ' ως μόλυβδον βαρεϊαν : 

»ίδέ στην Αργολίδα, 
»Μέ εϊπε ; μέ τΐ μυστικην κ2' άρχαίαν συνοδείαν 
ΐ)0 των Ελλήνων Βασιλεύς πέτα στην παραλίαν'» 

Και γύρισα και είδα* 

ΚαΙ είδα τον Απόλλωνα ροδοστεφανωμένον, 
ΚαΙ άπό τάς εννέα του παρθένους κυκλωμένον, 

Την θάλασσαν νά πλέτι* 
Και τους δέλφινας είλκυον τά θελκτικά του μέλη, 
Κ' ή θάλασσα γλυκύνετο, καΐ νίρχιζεν ως μέλι 

Γλυκά γλυκά νά ρένι. 



Και είδα τά ερείπια της Σπάρτης νά κινώνται, 
Κ' εγγύς μου Σπαρτιάτισσαι σκιαι νά συμπλανώνται 

ΚαΙ νά συμψιθυρίζουν, 
Παρόμοιαι μέ κορυφάς κυπαρισσίνους μαύρας. 
Οπόταν κλονιζόμεναι άπο ζέφυρων αύρας 

κινώνται και συρίζουν• 



— 116 — 

ΚαΙ {Λία σκιά, στρατγιγδν της Σπάρτης παριστώσα, 
Μεγάλη, λευκογένειος, κ' εις 5όρυ άκου^χβώσα, 

Και με λευκόν χιτώνα, 
Εις πέτρα ν τάφου κάθησε με πάχνην παρομοία. 
Οπόταν αύτη κάθηται, πυκνόλευκη, βαρεϊα 

Επάνω στην χιόνα. 



^Ί 



Και είπε προς τον Οθωνα. αΜ' έμέ σε χαιρετώσι 
«Αιώνες τεσσαράκοντα, καΐ δσαι σκιαι ζώσι 

»Στό βάθος τών μνημάτων 
«Ανύψωσες τον θρόνον σου έπΙ λαμπρού εδάφους, 
«Πλην ένθυμοΟ, δπου πατείς τους τάφους 

»Ηρο)ων αθανάτων. 

» Εθνος κάνέν αποθανόν στην γην 5έν άνεστηθη* 
«Απέθανε 5έ ή Ελλάς και πάλιν έγεννηθη' 

«Και ποιηται μεγάλοι 
ΚαΙ ρήτορες και συγγραφείς, ως πρώτον, θα φανώσι, 
»Κι' ως πρώτην οι λαοί της γης θα την χειροκροτώσι, 

»Ως πρώτην εις τα κάλλη• 

«Χαρά και 5όξα Ελληνες ί Εγίνετ' έθνος πάλιν 
»Τά τέκνα σας γεννώμενα εις έποχην μεγάλην, 

«Θα γένουν καΐ μεγάλα* 
«Ελευθερίας ήλιος θα τα θερμαίν/ι βρέφη, 
«ΚαΙ βρέφη στων μητέρων των τά στήθη θα τα τρέφτι 

«Ελευθερίας γάλα. 



.:»«ϋΐΙΐΗΐΐΜΜ 



.,.ιΜ„.ι,..:,^ί..„ιΙΐΜ;;ί,ι,: ^.^Ί.... |...^ ^| ,..ίί:,ί'!ί:.^:,,.-._^^^ | |!ί ^^^ | | .. ^^^^ ,.•^ 'ΐ^Ι^ι^^^^;^!]^ 



— 117 — 

«ή Ελληνες, ελεύθεροι και οχι ίουλοι πλέον, 
«Φαιδροί θ' άναγινώσκετε τους στίχους τών Τυρταίων, 

«Τους λόγους τών Πλατώνων" 
«Δεν θα λυπησθε στο έξης, δεν θα έρυθριάτε, 
»Τ:?)ν γην σας όταν σκάπτοντες άγάλματ' απαντάτε 

«Και μντίματα προγόνων. 

«Εφθάσετε τών παλαιών στάς μάχας την άνδρείαν. 

«Να φθάσετε τους παλαιούς καιρός κ' εις την παιδεία V 

«Εφέρετε στην γην σας 
«Του Μιλτιάδου τους καιρούς καΐ του Θεμιστοκλέους• 
«Τους φωτισμένους φέρετε καιρούς του Περικλέους 

«Στην άναγέννησίν σας. 

«Ως πότε πάθη κ' έριδες ! ως μόνη άμιλλα σας 
«Εις τό έξης ή εθνική ας γένη ευκλειά σας, 

«Κι' ως μόνους σας αγώνας 
«Τους εθνικούς σας έχετε, καθ' ους έλαίας κλάδος 
«Εκάλει στα Ολύμπια τά τέκνα της Ελλάδος 

«Τους παλαιούς αιώνας. 

«Ελλάς! τό μέλλον σου λαμπρόν* τό πάλαι σπαραγμένη 
«Διχονοούσα, κ' εις πολλά βασίλεια σχισμένη, 

«Εστία ήσουν φώτων ! 
«Τι θέλεις πράξει σύμφωνος, και υπό βασιλέα 
«Βαδίζουσα με βήματα σοφά, γιγαντιαία, 

« Στό κλέος σου τό πρώτον; » 



/ 



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

ΕΙΣ ΤΗΝ 104 2ΕΑΙΔΑ. 



ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΩΝ. 



(1) ό Αφροδίτη ή των Μεδίκων καλούμενη, έργον του Πραξιτέλους 
σώζεται βις Φλωρεντίαν της Ετρουρίας. 

(2) ό Απόλλων β του Βελβεδερίου καλού[Λενος σώζεται εις Βιέν- 
ναν η ά^^ενωπίίς ώραιότης αύτοΰ, καθώς το ι;αρθενικΌν κάλλος της 
Αφροδίτης, δύνανται να δώσωσιν ιδέαν της ά\ί.ψ^του εντέλειας -κερί 
τήν άγαλίλατοποιίαν των παλαιών, τήν δποίαν οΐ Ευρωπαίοι αδύνατον 
«Ιναι να οθάσωσιν. 



(3) Οι τέσσαρες ούτοι χρυσόπτεροι ίπποι, έργον επίσης ελληνικών 
διασώζονται έπΙ των θυρών του ναού τοίϊ αγίου Μάρκου εις Βενετίαν* 
καΐ τα τρία ταϋτα άριστουργιξμιατα μετεφε'ρθησαν εΙς τα Παρίσια τζΛρ^ 
το£ί Ναπολέοντος, οπότε τήν Εϋρώπην ένίκα, και απεδόθησαν ε'ις τήν 
Ευρώπην παρά τών Γάλλων, ίίτε 4 γίγας των κατεστράφη. 



Γρ•/)γ. Ν. Φορτούνας 
Πέτρος Σ. Κουμανούδης 
Φωκίων Φωτιάδης 
Μιλτ. Παπαγεωργι'ου 
Ανδρέας Γ. Οίκονό[Λθυ 
Φωκ. Αγγελίδης 
Ξ. Ε. Βελεγρίίς 

Ναροΐοοηο Γ. ΜαηίηθΙΙΐ 
Γεώργιος Σκλέπας 
Γεώργ. Πατταευσταθίου 
IV. Δα^λίανός 
Π. Δ. Νομικός 
Δ. Μαυρθ[Λ[Αάτ•/;ς 
Νικόλαος Βάφας 
Κ. Σ. νφ^-ης 
Γεώργιος Α. Πιττάκνις 
Δ. Α. Σταυρόπουλος 
Ν. Καίρης 

Π. Καλογερόπουλος 
Κ. Σκόκος 
Ανορ. ΑάμτΓΥΐς 
Αν. χ. Χατζίί-Νικολης 
Κ. υαττπάζογλους 
Π. Δ. Μακρης 
Μίνως Ε. Πετυχάκτ,ς 
Ιω. Ν. Βοσνιάίτ^ς 
Β. Δ. Ναγόπουλος 
Δ. Μ. Μακρτίς 
Β. Α. Πυργόπουλος 
Κ. Δ7,{Λητρίου 



Γ. Κ. Νότας 
Γ. Σμυρλτίς 
Δ. Ι. Κρι'τσας 
Ι. Δερέκος 

Λάζ. Δ. Χρτίστοβιτς 
Κ. Σακελλαρόπουλος 
Α. Α. Καρατζάς 
Κ. Στασινόπουλος 
Κ. Μ. Παλαμάς 
Αριστ. Παιδάκνις 
Ι. Ν. Ρουζετάκης 
Δ. Αθανασιάδης 
Π• Σπανίδης 
Ι. Κωνσταντίνου 
Ιω. Χαρμπούρης 
Ν. Γ. Δημαράς 
Ηλ. Δημητρακόπουλος 
Εμ. Κυδωνάκης 
Ν. Τ. Φαρμακόπουλος 
Κ. Σωτηριάδης 
Ν. Γ. Ορφανός 
Αρ. Μ. Μεσσηνέζης 
Κ. Πέρβελης 
Γ. Ρουσόπουλος 
Α. Ε. Παπαδάκης 
ΑΘ. Γεωργιάδης 
Ιω. Πετρακίδης 
Αντ. Θ. Μαντζαβΐνος 
Παναγ. Μπουφίδης 
Ν. Ι. Διαμαντόπουλος. 



'^'''••ίι^"τ)ι4''•••'*ι-ΐΓ••;''ΊΓ"• 



η 



\ί 



ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΩΝ. 






Ι 



ι» 



Γρ•Λγ. Ν. Φορτούνας 
Πέτρος Σ. Κουμανούάης 
Φωκίων Φωτιάδης 
Μιλτ. Παπαγεωργίου 
Ανδρέας Γ. Οίκον(5[χ,ου 
Φωκ. Αγγελώτ^ς 
Ξ. Ε. Βελεγργις 

Ναροΐοοηο Ρ. ΜαΠϊηοΙΙΐ 

Γεώργιος Σκλέπας 

Γεώργ. Παπαευσταθίοα 

Ν. Δαμιανός 

Π. Δ. Νομικός 

Δ. Μαυρομμάττ,ς 

Νικόλαος Βάφας 

Κ. Σ. Ρ•/)γά5γις 

Γεώργιος Α. Πιττάκτις 

Δ. Λ. Σταυρόπουλος 

Ν. Καί'ρης 

Π. Καλογερόπουλος 

Κ. Σκόκος 

Ανδρ. Αάμπτις 

Αν. χ. Χατζίί-Νικολγίς 

Κ. υαππάζογλους 

Π. Δ• Μακρτ,ς 

Μίνως Ε. ΠετυχάκΤις 

Ιω. Ν. Βοσνιάδ/,ς 

Β. Δ. Ναγόπουλος 

Δ. Μ. Μακργ,ς 

Β. Α. Πυργόπουλος 

Κ. Δτ,μητρίου 



Γ. Κ. Νότας 

Γ. Σμυρλης 

Δ. Ι. Κρίτσας 

Ι. Δερέκος 

Λάζ. Δ. Χρηστοβιτς 

Κ. Σακελλαρόπουλος 

Α. Α. Καρατζάς 

Κ. Στασινόπουλος 

Κ. Μ. Παλαμάς 

Αριστ. Παι5άκνις 

1. Ν. Ρουζετάκης 

Δ. Αθανασιάδης 

Π. Σπανίδης 

Ι. Κωνσταντίνου 

Ιω. Χαρμπούρης 

Ν. Γ. Δημαράς 

Ηλ. Δημητρακόπουλος 

Εμ. Κυδωνάκης 

Ν. Τ. Φαρμακόπουλος 

Κ. Σωτηριάδης 

Ν. Γ. Ορφανός 

Αρ. Μ. Μεσσηνέζης 

Κ, Πέρβελης 

Γ. Ρουσόπουλος 

Α. Ε. Παπαδάκης 

ΑΟ. Γεωργιάδης 

Ιω. Πετρακίδης 

Αντ. Θ. Μαντζαβϊνος 

Παναγ. Μπουφίδης 

Ν. Ι. Διαμαντόπουλος. 



( 



ΟΟΙ.υΜΒ 



ΑυΝίνΕΡδΙΤΥ 




0032201915 




.»γ